''ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΖΟΥΣΑΜΕ''

"...Χειμώνας του '41 με 42. Τώρα πεινώ και φοβάμαι. Η Αθήνα ρημάζει μέρα με τη μέρα. Οι δρόμοι είναι γεμάτοι σκουπίδια. Οι άνθρωποι ζαρώνουν και τρέχουν να ζεσταθούν. Πολλοί φορούν τις ρόμπες τους για πανωφόρια. Κάποιοι είναι τυλιγμένοι τσουβάλια κι εφημερίδες. Κόπηκε και το ηλεκτρικό ρεύμα κατόπιν από το ψωμί. ( Αυτό το ψωμί ! Είναι ένας θεός ζωοδότης. Η φυσική τροφή του ανθρώπου. Την αναζήτησε στις μεγάλες του μετακινήσεις επάνω στη γης κι όταν τη βρήκε ημέρεψε. Το πνεύμα του ανθρώπου που τρώει ψωμί, είναι ξεκάθαρο κι εύγευστο. Τώρα οι άνθρωποι πρήζονται και πεθαίνουν).  Έξω από το σταθμό της Ομόνοιας μια γυναίκα έπεσε μπροστά μου σαν κεραυνόπληκτη. Τρέχουν οι άλλοι να τη σηκώσουν, μαζεύεται κόσμος, της δίνουν λεφτά. Τί να τα κάνει; Κάποιος έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρούπι και της έδωσε. Το τρώει σα σκυλί πεινασμένο. Γύρω της κείτονταν χαρτονομίσματα. Διηγήθηκα τη σκηνή στο Δημητρό του Σταύρου και κείνος μου είπε πως είδε το πρωί μες στο δρόμο το πτώμα ενός εργάτη ξυλιασμένο. Τα πρωινά μαζεύουν από τους δρόμους τα πτώματα και τα κουβαλούν στο νεκροτομείο.  Αν προχωρούσες από την Ομόνοια στο Σύνταγμα σε πεντέξι σημεία θα συναντούσες κόσμο γύρω από σωριασμένους στο δρόμο. Μπουλούκια παιδιά ζητιάνευαν στους δρόμους κι αρπούσαν ό,τι βρίσκαν που να μασιέται. Πολλά βλέπουν το ενδιαφέρον που προκαλούν οι πεσμένοι, ξαπλώνουν και κείνα στο πεζοδρόμιο, το ένα πλάι στο άλλο, κι εκεί ξεχνιούνται κι αρχίζουν να παίζουν. Κάποτε ο θάνατος τα μαζεύει ευχαριστημένα. Είδαμε στην πλατεία Κλαυθμώνος ένα τσούρμο παιδάκια μισόγυμνα κι ένας μαντράχαλος 25 χρονών σα χασές άσπρος από την πείνα, ο αρχηγός τους. Τα παιδάκια λεηλατούσαν τους σκουπιδοτενεκέδες από τα γύρω εστιατόρια "των Αθηνών" και του "Αβέρωφ", που τρώγαν οι γερμανοί. Φέρνανε το περιεχόμενο και το άφηναν σε μια κόχη αντίκρυ από το υπουργείο των Ναυτικών.  Πατατόφλουδες, κρεμμυδόφυλλα, ρίζες από μαρούλια και λάχανα, σάπια μήλα, κόκκαλα κι αποφάγια μαγειρεμένα, ψωμοκόμματα, βουτηγμένα στις σάλτσες κι ό,τι άλλο μπορούσε να μασηθεί (ο μάγκας ξεχώριζε ανάμεσα τ' αποτσίγαρα και τα τσέπωνε) τα βάζαν σ' ένα τενεκεδένιο λεβέτι και τα βράζανε σε φωτιά από παλιόχαρτα και σκουπίδια. Ο μάγκας δοκίμαζε το μαγείρεμα κάθε τόσο. Ύστερα μοίραζαν το συσσίτιο και το τρώγαν.". ( Ασημάκη Πανσέληνου, "Τότε που ζούσαμε").


Σχόλια