Κυριακή ΙΔ΄ Λουκά (Του Τυφλού) [Λουκ. Ιη΄ 35-43]


Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ: Καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός, που επαιτούσε στην άκρη του δρόμου, ακούγοντας το πλήθος που περνούσε, ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Του είπαν ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος, κι εκείνος φώναξε δυνατά: “Ιησού Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!” Αυτοί που προπορεύονταν τον μάλωναν να σωπάσει, εκείνος όμως φώναζε ακόμη πιο δυνατά: «Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Τότε ο Ιησούς στάθηκε και είπε να τον φέρουν κοντά του. Όταν αυτός πλησίασε, τον ρώτησε: “Τι θέλεις να σου κάνω;” Εκείνος αποκρίθηκε: “Κύριε, θέλω ν’ αποκτήσω το φως μου”. Και ο Ιησούς του είπε: “Απόκτησε το φως σου! Η πίστη σου σε έσωσε”. Αμέσως βρήκε το φως του κι ακολουθούσε τον Ιησού δοξάζοντας το Θεό. Όλοι μετά απ΄αυτό δοξολογούσαν το Θεό.
ΟΙ ΕΜΠΟΔΙΖΟΝΤΕΣ ΑΝΑΛΓΗΤΟΙ “ΠΙΣΤΟΙ: Ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής διήγησης κίνησε σε όλους μας την συμπάθεια καθώς ακούσαμε την ικετευτική φωνή του: “Ιησού υιέ Δαβίδ ελέησον με”. Όταν πληροφορήθηκε ότι “Ιησούς παρέρχεται” μια λάμψη ελπίδας φώτισε το πονεμένο πρόσωπο του. Στύλωσε τα απλανή μάτια του προς το μέρος όπου έρχονταν ο Χριστός και με όλη τη δύναμη της φωνής του άρχισε να τον παρακαλεί να του δώσει το φως του. 

Μερικοί, όμως όχι εχθροί του Χριστού, αλλά ενθουσιώδεις οπαδοί Του, στην προσπάθεια του τυφλού να προσεγγίσει τον Κύριο, αντί να τον βοηθήσουν “επετίμον αυτόν ίνα σιωπήσει”! Τους ενοχλούσαν οι παρακλητικές φωνές του τυφλού; Νόμιζαν ότι ενοχλούσαν τον Ιησού Χριστό; Το βέβαιο είναι ότι αδιαφορούν στον ξένο πόνο. Δεν τους ενδιέφερε αν ο τυφλός θα έμενε για πάντα στο σκοτάδι, ενώ υπήρχε η ελπίδα, τώρα που ερχόταν ο θαυματουργός Ιησούς στον τόπο τους, να άνοιγαν τα μάτια του. Δεν έδειξαν αγάπη και ενδιαφέρον για την εξυπηρέτηση ενός δυστυχισμένου συμπολίτη τους. Όμως, αντί να τους κατακρίνουμε, ας ανακρίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας, μήπως και εμείς δείχνουμε την ίδια αδιαφορία ή, και το χειρότερο, αντί να κάνουμε το καλό εμποδίζουμε και τους άλλους να το κάνουν! Πώς, όμως, αυτοί οι άνθρωποι που με ενθουσιασμό συνόδευαν τον Χριστό, έδειξαν σκληρότητα σ’έναν απόκληρο της ζωής; Κι όμως και σήμερα, άνθρωποι της Εκκλησίας, που θα έπρεπε να είναι υποδείγματα αγάπης, παρουσιάζονται ανάλγητοι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο.
Άλλωστε, τα περιστατικά που διασώζουν οι ευαγγελιστές είναι αρκετά. Σ’ολες τις περιπτώσεις οι περισσότεροι ευσεβείς άνθρωποι της εποχής εκείνης, αντί να χαρούν μαζί με τον θεραπευμένο και να δοξάσουν τον Θεό, θύμωναν και, το χειρότερο, προσπαθούσαν να υπονομεύσουν Εκείνον που έδειχνε την θαυματουργική αγάπη Του στους ασθενείς. Αλλά αυτά έγιναν κυρίως από εχθρούς του Χριστού, που το μίσος τους είχε κλείσει τα μάτια. Το θλιβερό είναι, ότι στο σημερινό περιστατικό πρόκειται για οπαδούς και θαυμαστές του Χριστού, που δίδασκε εμπράκτως τη μεγάλη εντολή της αγάπης! Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη θλιβερότερο: Ότι από τότε, έχουν περάσει πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια και τέτοια περιστατικά όχι μόνο δεν εξέλειπαν, αλλά έγιναν περισσότερα. Έχει ξεχαστεί το “πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη”! Και ενώ ο Χριστός ήλθε να ζεύσει την πίστη με την αγάπη, εμείς οι νομιζόμενοι “μαθητές είναι Εκεινου”, χωρίσαμε και πάλι την αγάπη από την πίστη και φθάσαμε στο σημείο να νομίζουμε, ότι είμαστε ευάρεστοι στο Θεό, αν έχουμε πίστη, χωρίς να έχουμε αγάπη. Λησμονήσαμε ότι πίστη χωρίς αγάπη έχει ακόμη και ο διάβολος και οι ακόλουθοί του! Έτσι, όμως, όπως μαρτυρεί η ιστορία, συνέβη να υπάρχουν άνθρωποι που έφεραν το όνομα του χριστιανού και μισούνταν θανάσιμα μεταξύ τους! Έτσι φθάσαμε το Μεσαίωνα στο παπικό φαινόμενο της Ιερής Εξέτασης, εν ονόματι δήθεν της χριστιανικής πίστης, στη διάπραξη εγκλημάτων που παραμένουν στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κι ενώ σήμερα δεν γίνονται τέτοιου είδους εγκλήματα στο όνομα της χριστιανικής πίστης, ανάλογη νοοτροπία εξακολουθεί να παραμένει. Έτσι, νομίζουμε, ότι είμαστε εντάξει με την αγάπη προς τον Θεό, παρότι αδιαφορούμε, για την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Νιώθουμε ότι είμαστε απόλυτα σωστοί με την Εκκλησία, επειδή κάνουμε το σταυρό, την προσευχή μας, ή γιατί εκκλησιαζόμαστε, νηστεύουμε, κοινωνούμε. Όμως αδιαφορούμε τελείως και ούτε υποψιαζόμαστε να ερευνήσουμε τον εαυτό μας ως προς την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, που ο Χριστός ήθελε μόνιμο και αχώριστο σύντροφο της πίστης. Όσοι από εμάς που έχουμε την τιμή να καλούμαστε χριστιανοί, δεν συνδυάζουμε την πίστη με την αγάπη, πρέπει να φοβούμαστε ότι η πίστη μας παραμένει νεκρή και ανενεργής! Γιατί “ώσπερ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν έστιν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων νεκρά έστιν” [Ιακ.β΄26].
ΕΝΘΡΕΡΜΗ ΠΙΣΤΗΕίν΄αλήθεια ότι δε ζήτησε κάτι ασήμαντο ή ευτελές από τον Κύριο ο τυφλός. Ούτε χρήμα, ούτε τροφές, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο, όπως ίσως ζητούσε από τους ανθρώπους, αλλά μόνον του έλεγε: “Κύριε, θέλω ίνα αναβλέψω”. Κανένας άλλος δε μπορεί να μου το δώσει αυτό, διότι μόνον ο Θεός έχει την δυνατότητα να ελεεί και να σώζει. Γι’ αυτό και προσέρχεται και γονατιστός Τον ικετεύει, ως τον ποιητήν και Κύριον των όλων, και βοά το “ελέησον” και Τον ονομάζει “υιόν Δαβίδ”. Επειδή πιστεύει ότι Αυτός είσαι ο προσδοκώμενος απόγονος του Δαβίδ, ο οποίος ήλθε να σώσει το γένος του. Και δεν του είπε ο τυφλός: “ζήτησε από τον Θεόν ή προσευχήσου για μένα ή παρακάλεσε ή ικέτευσε”, αλλά “ελέησόν με”, επειδή ακριβώς γνώριζε ότι είναι Υιός του Θεού. Γι’ αυτό και κατά την πίστη του έλαβε την ίαση. Αυτός είναι ο ορισμός της καρτερικής και φλεγομένης ψυχής! Αν δεν ήταν ένθερμη η πίστη του τυφλού, δεν θα κραύγαζε περισσότερο, όταν του φωνάζαν να σιωπήσει. Η πίστη του τυφλού γίνεται φανερή και από την ίδια την απόκρισι του Κυρίου: “θέλεις να αναβλέψης;”, του λέγει, “Ανάβλεψον”! Και την ίδια στιγμή, “παραχρήμα”, ανέβλεψε και έδρεψε τον καρπόν της πίστης, την σωτηρία! “Η πίστις σου σέσωκέ σε”. Αυτή είναι η μαρτυρία του Χριστού, ο οποίος με τα λόγια αυτά έδειξεν ότι αίτιος της θεραπείας του έγινε ο ίδιος ο τυφλός. Έγινε με την πίστη του συνεργός του θαυμαστού αυτού κατορθώματος. Πράγματι, την στιγμή που του είπε “ανάβλεψον”, η φωνή του Κυρίου έγινε φως για τον τυφλό, επειδή η φωνή, ο λόγος, ήταν του Φωτοδότου. Όταν ο τυφλός δέχθηκε από τον Χριστόν παραδόξως την ευεργεσία, δεν αμέλησε να συμπορευθεί μ’ Αυτόν, και τον ακολουθούσε με ευγνωμοσύνη δοξάζοντάς Τον ως Θεόν. Αυτό έγινε αφορμή να δοξάζουν και να υμνούν τον Θεόν και οι άλλοι. “Πας γαρ ο λαός”, λέγει, “ιδών έδωκεν αίνον τω Θεώ”. Και πριν από τη δωρεά φάνηκε καρτερικός ο τυφλός, και μετά την δωρεάν φαίνεται ευγνώμων. Καρτερικός διότι, αν και τον περιφρονούσαν και πολλοί τον ημπόδιζαν να φωνάζη, αυτός επέμενε κραυγάζοντας. Και ευγνώμων επειδή όταν έλαβε την χάρι, δεν έτρεξε να φύγει, όπως κάνουν πολλοί μετά τις ευεργεσίες, φερόμενοι με αγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες.
ΕΜΕΙΣ: Αυτόν ας μιμηθούμε και εμείς με ζήλο και προθυμία και ας γίνουμε καρτερικοί στις προσευχές και πριν λάβωμε αυτά που ζητούμε, και αφού τα λάβωμε να μη μένωμε αχάριστοι προς τους ευεργέτες, αλλά ας αναφωνούμε, ό,τι κάθε Κυριακή αναπέμπουμε στη Θεία Λειτουργία: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω”! Και να προσευχόμεθα με πόθο προς τον Κύριο ώστε να λαμβάνουμε από Αυτόν τα αιτήματα προς το συμφέρον μας. Διότι ο τυφλός εκείνος ούτε οδηγόν είχε, ούτε μπορούσε να δει τον Σωτήρα, ούτε βρήκε συνήγορον κάποιον από τους Αποστόλους, αλλά, μολονότι του απαγόρευαν να μιλήσει και να πλησιάσει, μπόρεσε να υπερβεί όλα τα εμπόδια και πλησίασε Αυτόν τον ίδιον τον θεραπευτήν και Σωτήρα Χριστό. Ούτε η κοινωνική θέση, ούτε ο τρόπος ζωής τού έδωσαν το θάρρος, αλλά αντί όλων αυτών αρκούσε η προθυμία την οποία τίποτα δεν στάθηκε ικανό να εμποδίσει. Την ιδία προθυμίαν ας προσπαθήσωμεν να αποκτήσουμε και εμείς στις δεήσεις μας. Κι αν ο Κύριος αναβάλλει, και πολλοί μας απομακρύνουν ή μας εμποδίζουν, ας προσπαθήσωμε περισσότερο, και ο φιλάνθρωπος Θεός θα μας πλησιάσει και θα εκπληρώσει τα αιτήματά μας. Μας διδάσκει εδώ ο ίδιος ο τυφλός με την επιμονή του. Να επιμένουμε, διότι ίσως να μην είμαστε άξιοι να μας ακούσει ο Θεός. Ίσως θα πρέπει πρώτα να καθαρίσουμε την ψυχή μας με εξομολόγηση, με μετάνοια και κατόπιν να έχουμε το θάρρος να ζητήσουμε και να θέλουμε να μας ακούσει ο Θεός. Ίσως και η προσευχή μας να μην είναι αληθινή, θερμή προσευχή, εξ όλης της ψυχής και καρδιάς.
ΟΙ ΕΣΩ ΟΦΘΑΛΜΟΙ: Όμως, ας μην αγνοήσουμε, ότι δεν άνοιξε ο Κύριος μόνον τους εξωτερικούς οφθαλμούς του τυφλού, αλλά και τους εσωτερικούς, της ψυχής. Με το θείο νεύμα Του χάρισε στον τυφλό και το αισθητό φως και το νοητό φως. Διότι Αυτός είναι που στην αρχή της γενέσεως του κόσμου διαχώρισε το σκότος από το φως, αλλά και δημιούργησε αυτό το ίδιο το φως. Και ο Κύριος εμφανίζεται στις ψυχές των αξίων μεταδίδοντας πάντοτε την λαμπρότητά Του. Και όλων τα στόματα τότε μιλούσαν για τον Ιησού, όλων οι οφθαλμοί έβλεπαν τον τυφλό θεραπευμένο. Έτσι κι εκείνοι, με όσα έβλεπαν, αποκτούσαν εμπιστοσύνη στις διδασκαλίες του Κυρίου και επίστευαν ότι και οι προρρήσεις του Κυρίου θα πραγματοποιηθούν, διαβεβαιούμενοι και πληροφορούμενοι, και με τα εσώτερα της ψυχής των όμματα. Ας “δοξάσωμε τον Θεόν εν τω σώματι ημών” κι εμείς, πειθόμενοι στον Απ. Παύλο. Και πώς δοξάζεται ο Θεός από τα μέλη του σώματός μας; Δοξάζουμε τον Θεόν όταν δια μέσου των ορατών κτισμάτων του βλέπωμε τα αόρατα, και τον ευχαριστούμε για όλα όσα έκανε. Γενικώς, ο Θεός δοξάζεται με όλα τα μέλη μας, όταν πιστεύωμε ορθά σ’ Αυτόν και εκπληρώνωμε τις άγιες εντολές Του. Ο προφήτης Ωσηέ λέγει: “έλεον και κρίμα φυλάσσου (δηλαδή, φύλαξε την ελεημοσύνη και τη δικαιοσύνη) και έγγιζε προς τον Θεόν σου διαπαντός”. Και ο Κύριος προσθέτει: “Καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου, ίνα γένηται και το εκτός αυτού καθαρόν”. Γι’ αυτό ας φοβηθούμε κι ας αγωνισθούμε να αναβλέψουμε προς το φως των προσταγμάτων του Θεού, έστω και αν είμαστε τυφλοί, και ας προσέλθουμε στον Κύριο με μετάνοια και αποχή από τα αισχρά έργα, απορρίπτοντας τα ιμάτια που έχουμε ενδυθεί, δηλαδή τα έργα του σκότους, ή και τις γήινες και υλικές φροντίδες, και “ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός” και ας “περιπατήσωμεν ως εν φωτί και ημέρα ευσχημόνως” και οσίως, ώστε να μπορέσωμε να ακολουθήσουμε Αυτόν, τον Δεσπότην και Ελευθερωτήν και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν τον Θεόν.
Η ΟΡΑΣΗ-ΔΙΑΚΡΙΣΗ: Και ο τυφλός ζητούσε την θεραπεία των ματιών του, όμως σκεφτήκαμε πόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχουμε εμείς και πόσο πρέπει να ζητούμε και να παρακαλούμε το Θεό να κρατά ανοικτά τα ψυχικά μας μάτια, να διακρίνουμε το καλό από το κακό, τον ίσιο δρόμο του Θεού και να μην πέφτουμε στους γκρεμούς της αμαρτίας, να ξεχωρίζουμε το αιώνιο συμφέρον μας από το προσωρινό και ψεύτικο; Ο τυφλός μας διδάσκει να μην υπολογίζουμε τα εμπόδια που βρίσκουμε πολλές φορές μπροστά μας, προκειμένου να πλησιάσουμε το Θεό. Εμπόδια από οργανωμένες προσπάθειες σκοτεινών δυνάμεων που θέλουν να ξεγράψουν το Θεό, την πίστη μας, από τη ψυχή μας και την κοινωνία. Οργανώσεις χωρίς Θεό, αιρέσεις διάφορες, ξενόφερτες νεοεποχιτικες ιδέες, άθεοι ή και αντίχριστοι ηγήτορες. Άλλοτε, ίσως, η ειδική μας χλιαρότητα στη πίστη, ο φόβος του κόσμου μήπως μας χαρακτηρίσουν καθυστερημένους και θρησκόληπτους, όπως πολύ εύκολα και επιπόλαια χαρακτηρίζουν κάθε εκδήλωση πίστης, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι ποιος λέγεται θρησκόληπτος, άλλα εμπόδια από την ίδια μας την ψυχή, από το φόβο μήπως τα συμφέροντα μας όταν ζούμε “με το Σταυρό στο χέρι”, όπως συνήθως λέγεται, αλλά ακόμα και η σαρκολατρία, η οποία καλπάζει τα τελευταία χρόνια, είναι τα εμπόδια που μας απομακρύνουν από την πίστη μας στο Θεό. Ας ανοίξουμε λοιπόν τους ψυχικούς οφθαλμούς κι ας διακρίνουμε το Φως από το σκότος.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ομιλία Γερμανού [Β], Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, εις την Δεκάτην Τετάρτην Κυριακήν κατά Λουκάν.

Σχόλια