Περί Εκκλησίας (Ρένος Κωνσταντίνου, θεολόγος)

Επιβάλλεται καταρχήν να τονίσουμε ότι η Εκκλησία δεν εξαντλείται στην περίοδο μεταξύ της επί γης φανέρωσης του Χριστού και της Δευτέρας Παρουσίας. Η Εκκλησία προϋπήρχε και θα συνεχίσει την πορεία της και μετά τη Δευτέρα Παρουσία ως Βασιλεία των Εσχάτων εις τους ατελεύτητους αιώνες. Ως εκ τούτου είναι δύσκολο να δοθεί ένας ορισμός για το τι είναι η Εκκλησία. Και ένας τέτοιος «ορισμός» θα είναι σίγουρα πολύπλευρος και πολυσύνθετος[1]. Θα λέγαμε ότι είναι ευκολότερο να περιγράψουμε την Εκκλησία, παρά να την ορίσουμε. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Είναι ο ίδιος ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνες. Ο Νικόλαος Καβάσιλας,  αναφέρει ότι «η Εκκλησία σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις»[2]. Ο πληθυντικός «τοις μυστηριοίς» αφορά το Σώμα και Αίμα Χριστού και συνεπώς τη Θεία Ευχαριστία[3], η οποία  αποτελεί πραγμάτωση και φανέρωση της Εκκλησίας ως κοινωνίας και κοινότητας των Εσχάτων[4].
Στη θεολογία διακρίνουμε πέντε φάσεις της Εκκλησίας. Πρίν τη δημιουργία του ορατού ή υλικού κόσμου, έχουμε την «ἐκκλησίᾳ πρωτοτόκων ἐν οὐρανοῖς»[5]. Είναι η Εκκλησία των αγγελικών δυνάμεων, του αόρατου και πνευματικού κόσμου. Οι αγγελικές δυνάμεις έχουν σαν κύριο έργο τους τη δοξολογία και ακατάπαυστη λατρεία του Θεού[6]. Η δεύτερη φάση είναι η Εκκλησία των προπατόρων. Ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα και τους τοποθέτησε στον παράδεισο της τρυφής. Υπήρχε άμεση επικοινωνία Θεού και ανθρώπων και κοινωνία κτιστού και ακτίστου. Ο άνθρωπος δημιουργείται κατ’ εικόνα του Θεού και στόχος του είναι η ομοίωση με το Θεό, δηλαδή η θέωση. Ωστόσο ο άνθρωπος διάλεξε λανθασμένο τρόπο θεώσεως, διαφορετικό απο αυτόν που του υπέδειξε ο Θεός. Η παρακοή των πρωτοπλάστων εισήγαγε στον κόσμο τη φθορά και το θάνατο[7].
Η τρίτη φάση της Εκκλησίας, είναι η εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης. Μετά την πτώση ο Θεός κλείνει συμφωνία (διαθήκη) με τον περιούσιο λαό του Ισραήλ[8]. Ο Ισραήλ ήταν ένας λαός κεκλημένος, που ο Θεός τον κάλεσε να πραγματοποιήσει μια αποστολή[9]. Όλα γίνονται και κατευθύνονται προς ένα και μοναδικό σκοπό: την έλευση του Μεσσία και τη λύτρωση του ανθρωπίνου γένους, αλλά και της κτίσης απο τα δεσμά της φθοράς και του διαβόλου. Η Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης αποτελεί την προϊστορία της Εκκλησίας της Καινής Διαθήκης, που αποτελεί την τέταρτη φάση της Εκκλησίας. Στην Καινή Διαθήκη ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται άνθρωπος. Το γεγονός της Θείας Ενανθρωπήσεως αποτελεί την κορύφωση του σχεδίου της Θείας Οικονομίας και την πλήρη φανέρωση της Εκκλησίας[10]. Είναι η Εκκλησία που έχει κεφαλή της τον Θεάνθρωπο Χριστό και μέλη της όλους όσους βαπτίστηκαν στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Είναι ο «νεός Ισραήλ» με τον οποίο ο Θεός έχει συνάψει μια νέα Διαθήκη και του ανέθεσε μια νέα αποστολή: να φανερώσει στον κόσμο τη νέα αυτή Διαθήκη, η οποία σφραγίζεται με το Αίμα του Χριστού[11]. Η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης αποτελεί προτύπωση, εικόνα και βίωση των Εσχάτων, της Βασιλείας του Θεού. Ωστόσο η Εκκλησία στην παρούσα φάση δεν ταυτίζεται πλήρως με τη Βασιλεία. Και τούτο λόγω της ύπαρξης της φθοράς και του θανάτου. Προορισμός και τελική φάση της Εκκλησίας είναι η Βασιλεία των Εσχάτων[12].
Η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας αποτελεί το κατεξοχήν γεγονός της Εκκλησίας, αποτελεί την πραγμάτωση της Εκκλησίας και την ένωση της ευχαριστιακής σύναξης μεταξύ τους και με το Χριστό. Η ταύτιση Εκκλησίας και Θείας Ευχαριστίας είναι απολύτως πραγματική και όχι συμβολική[13]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχαία Εκκλησία ο όρος «εκκλησία» σήμαινε τη συγκέντρωση σε ορισμένο τόπο, σκοπός της οποίας ήταν να αποκαλύψει και να πραγματώσει την Εκκλησία με την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας[14]. Με αυτή την έννοια γράφει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους «συνερχομένων ὑμῶν ἐν ἐκκλησίᾳ...»[15]. Πρόκειται σαφώς για μια σύναξη ευχαριστιακή[16]. Συνεπώς το δείπνο της Ευχαριστίας  συνιστά και φανερώνει την Εκκλησία[17].


[1] Ι. Ζηζιούλα , «Ευχαριστία και Βασιλεία», Σύναξη, τεύχος 52, (1994), σελ 82 .
[2] Νικόλαου Καβάσιλα , Εις την Θείαν Λειτουργία ΛΘ, P.G. 150, 452-453, στο Ι. Ζηζιούλα , Στο ίδιο, σελ 81-82.
[3] Στ. Γιαγκάζογλου, , «Περί Εκκλησίας». Στο Κ. Αγόρας και άλλοι, Δόγμα, Πνευματικότητα και Ήθος της Ορθοδοξίας, Τόμος Α΄, (Πάτρα: ΕΑΠ  2002), σελ. 187.
[4] Ι. Ζηζιούλα , Ο.π., σελ. 81-82.
[5] Εβρ. 12, 23, στο Στ. Γιαγκάζογλου, Ο.π., σελ. 174.
[6] Στ. Γιαγκάζογλου, Στο ίδιο, σελ. 174.
[7] Στ. Γιαγκάζογλου, Ο.π., σελ. 174.
[8] Στ. Γιαγκάζογλου, Ο.π., σελ. 174.
[9] Χ. Γιανναρά, Το αλαφαβητάρι της πίστης, εκδόσεις Δομός, (Αθήνα 1983), σελ. 183-184.
[10] Στ. Γιαγκάζογλου, Ο.π., σελ. 174 – 175.
[11] Χ. Γιανναρά, Στο ίδιο, σελ. 184.
[12] Στ. Γιαγκάζογλου, Ο.π., σελ. 175.
[13] Στ. Γιαγκάζογλου, Ο.π., σελ. 187.
[14] Α.  Σμέμαν, Ευχαριστία. Το Μυστήριο της Βασιλείας, μτφρ. Ι. Ροηλίδη, εκδ. Ακρίτας, (Αθήνα 2000), σελ. 21.
[15] Α΄ Κορινθ. 11, 18.
[16] Α.  Σμέμαν, Στο ίδιο, σελ. 19.
[17] Χ. Γιανναρά, Ο.π., σελ. 185.

Σχόλια