Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών

«Τον αγώνα τον καλόν ηγώνισμαι, τον δρόμον τετέλεκα την ΠΙΣΤΙΝ ΤΕΤΗΡΗΚΑ, λοιπόν απόκειταί μοι ο της δικαιοσύνης στέφανος, ον αποδώσει μοι ο Κύριος εν εκείνη τη ημέρα».  (Β’ Τιμ. δ΄, 7-8)



Τον τελευταίο καιρό δεχόμαστε ερωτήσεις περί ενώσεως και παγκοσμίου συμβουλίου εκκλησιών και επειδή η θέση μας είναι απέναντι και από τον Οικουμενισμό και από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών αντλούμε πληροφορίες από τη Βικιπαίδεια, για το τί είναι το ΠΣΕ και ποια η θέση της Εκκλησίας της Ελλάδος και ελπίζουμε να βοηθήσουμε να καταλάβει κάποιος ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει καμία δουλειά να 
επιζητά συναναστροφή με αιρετικούς.

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Αγγλ. World Council of Churches, συντομογρ. ΠΣΕ) είναι μια οικουμενική χριστιανική οργάνωση, της οποίας σκοπός είναι η προώθηση της χριστιανικής ενότητας. Αποτελεί κοινωνία 340 εκκλησιών, από τις οποίες οι 157 είναι μέλη του, και αντιπροσωπεύει πάνω από 550 εκατομμύρια Χριστιανούς, σε περισσότερες από 100 χώρες.
Ιδρύθηκε τις 23 Αυγούστου 1948, και στα ιδρυτικά μέλη του συμπεριλαμβάνονταν το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, η Εκκλησία της Ελλάδος και ηΕκκλησία της Κύπρου. Σήμερα συγκεντρώνει τις περισσότερες Ορθόδοξες, και έναν αριθμό Προτεσταντικών εκκλησιών, όπως την Αγγλικανική Εκκλησία, πολλέςΛουθηρανικέςΜεθοδικές και Μεταρυθμισμένες, και μερικές Βαπτιστικές και Πεντηκοστιανές εκκλησίες. Επίσης συμμετέχουν Παλαιοκαθολικές, καθώς και ένα ευρύ φάσμα ενωμένων και ανεξάρτητων εκκλησιών. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αν και δεν είναι εκκλησία-μέλος, συνεργάζεται στενά με το ΠΣΕ, στο οποίο αποστέλλει παρατηρητές και εκπροσώπους. Από την Ελλάδα, εκτός από την Εκκλησία της Ελλάδος, στο ΠΣΕ συμμετέχει και η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία.
Το ανώτατο διοικητικό σώμα του Συμβουλίου είναι η Γενική Συνέλευση, η οποία συνέρχεται ανά μερικά χρόνια. Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου είναι από το2010 ο Όλαβ Φίξε Τβάιτ, από την Εκκλησία της Νορβηγίας η οποία συγκαταλέγεται στις Λουθηρανικές εκκλησίες.

Η θέση της Εκκλησία της Ελλάδος

Πενήντα δύο χρόνια μετά την ίδρυση του, τον Ιούνιο του 2006, ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος πραγματοποίησε την πρώτη επίσημη επίσκεψη Προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας στην έδρα του ΠΣΕ στη Γενεύη. Αν και η Εκκλησία της Ελλάδος ήταν από τα ιδρυτικά μέλη του ΠΣΕ, ένας μεγάλος αριθμός αρχιερέων, κληρικών και λαϊκών αντιτίθενται δημόσια στην συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος. Από την άλλη πλευρά, σε όλη τη διάρκεια των δεκαετιών του 1950, 1960 και 1970 εξέχοντες Ορθόδοξοι θεολόγοι και νομικοί όπως ο Σάββας Αγουρίδης, ο Αμίλκας Αλιβιζάτος, ο Βασίλειος Βέλλας, ο Βασίλειος ΙωαννίδηςΙωάννης Καλογήρου, ο Ιωάννης Καρμίρης, ο Γεράσιμος Κονιδάρης, ο Παναγιώτης Μπρατσιώτης, ο Δημήτρης Μωραΐτης, ο Νίκος Νησιώτης, ο Μάρκος Σιώτης και ο Παναγιώτης Τρεμπέλαςαλλά και κληρικοί όπως ο Αρχιεπίσκοπος Τιράνων Αναστάσιος, ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης και ο Μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος.
Πολλοί από τους κληρικούς και τους θεολόγους που συμμετείχαν στο Π.Σ.Ε. έχουν κατηγορηθεί ως «δυτικίζοντες» ή «αιρετικοί», μεταξύ των οποίων και ο Νίκος Νησιώτης, ο οποίος έπειτα από σημαντική εισήγησή που παρουσίασε το 1961 ενώπιον της Γενικής Συνέλευσης στο Νέο Δελχί, έγινε αντικείμενο επίθεσης από υπέρμαχους της παράδοσης και του αφαιρέθηκε το χρίσμα του εκπροσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μολαταύτα, ο Νησιώτης συνέχισε το έργο του αναφορικά με τον διάλογο μεταξύ των Εκκλησιών και το 2006 ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος —ως κίνηση αποκατάστασής του— ανακοίνωσε τη θεσμοθέτηση υποτροφίας στο όνομα του Νίκου Νησιώτη για νέους θεολόγους στο Οικουμενικό Ινστιτούτο του Μποσέ της Ελβετίας, χρηματοδοτούμενη από την Εκκλησία της Ελλάδος.
Η πρώτη κρίση ανάμεσα στο Π.Σ.Ε. και στην Εκκλησία της Ελλάδος προέκυψε το 1968,όταν η ολομέλεια του Συμβουλίου σε απόφαση του πήρε θέση κατά της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση τού τότε Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, ο οποίος έκανε λόγο για υπέρβαση του ρόλου των Εκκλησιών. Το πρόβλημα ξεπεράστηκε γρήγορα καθώς ο ίδιος ο Ιερώνυμος Κοτσώνης, όντας καθηγητής Πανεπιστημίου, συμμετείχε στο Συμβούλιο και αναγνώρισε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος όφειλε να συμμετέχει στον παγκόσμιο διάλογο των διαφορετικών χριστιανικών εκκλησιών.
Κατά τα επόμενα χρόνια όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες εντάχθηκαν στο ΠΣΕ, ενώ ορισμένες από αυτές αποχώρησαν στην συνέχεια. Ορισμένες άλλες απείλησαν με αποχώρηση, ανάμεσα στις οποίες και η Εκκλησία της Ελλάδος, εκπρόσωποι της οποίας, τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, εξέφραζαν την έντονη αντίθεσή τους προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου. Ο Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ θεωρούσε μάλιστα ότι τέτοιου είδους οργανισμοί δεν προσέφεραν στην Εκκλησία, η εκπροσώπηση της Εκκλησίας της Ελλάδος δόθηκε σε καθηγητές της Θεολογικών Σχολών και σε ιεράρχες που παρακολουθουσάν τα κινήματα διαλόγου και διανόησης παγκόσμια.
Σημαντικό βήμα προσέγγισης κατά την πρόσφατη εικοσαετία υπήρξε το 2005, όταν έπειτα από προσπάθειες του καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. Πέτρου Βασιλειάδη η Εκκλησία της Ελλάδος φιλοξένησε την παγκόσμια συνέλευση του τμήματος ιεραποστολής του Π.Σ.Ε. . Εντούτοις, οι επισκέπτες βρέθηκαν αντιμέτωποι έξω από τις εγκαταστάσεις του Αγίου Ανδρέα όπου διεξαγόταν η συνέλευση, με μαύρες σημαίες με το σύνθημα «Ορθοδοξία ή θάνατος», ενώ ενημερώθηκαν ότι οι Διαμαρτυρόμενες (Προτεσταντικές) Εκκλησίες θεωρούνται αίρεση από κάποιους Ορθόδοξους κύκλους, και ότι οι διοργανωτές δεν ενημέρωσαν το εκκλησιαστικό σώμα για τη συμμετοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος.

"Τον Πάπα να καταράσθε, διότι αυτός θα είναι η αιτία του κακού" (ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ ΑΙΤΩΛΟΣ) "Φεύγετε τούς Παπικούς ως φεύγει τις από όφεως και από προσώπου πυρός"(ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ) "Ει Μοναχοί εισίν τινές εν τοις νυν καιροίς, δειξάτωσαν επί τοις έργοις. Έργον δε Μοναχού εστίν μηδέν ανέχεσθαι καινοτομείσθαι το Ευαγγέλιον"( ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ)


Σχόλια