Μνήμη Ἁγίας Κυριακῆς (7 Ἰουλίου)

Διονύσιος Ψαριανός (Μητροπολίτης Σερβίων καί Κοζάνης (+))

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία, 7 Ἰουλίου, γιορτάζει καὶ τιμᾶ τὴν ἱερὴ μνήμη τῆς ἁγίας μεγαλομάρτυρος Κυριακῆς. Ἡ ἁγία Κυριακὴ εἶναι ἀπὸ τὰ ἱερὰ θύματα τῶν τελευταίων ἀρχαίων διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας. Μαρτύρησε στὰ χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ, ποὺ βασίλεψε ἀπὸ τὸ 284 ὥς τὸ 305, Ὓστερ’ ἀπὸ λίγα χρόνια, στὰ 312 καὶ 313 ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μὲ δύο Διατάγματα σταμάτησε τοὺς διωγμοὺς ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ἀρχαῖοι διωγμοὶ εἶναι ἀπὸ τὶς ἐνδοξότερες μέρες στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ κάθε διωγμός, γιατί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ Ἐκκλησία πάντα διώκεται.
Ἡ ἁγία Κυριακὴ ἦταν θυγατέρα εὐσεβῶν γονέων. Ὁ πατέρας της Δωρόθεος κι ἡ μητέρα της Εὐσεβία δὲν εἶχαν παιδιά. Προσεύχονταν καὶ παρακαλοῦσαν τὸ Θεὸ νὰ τοὺς δώσει ἕνα παιδὶ καὶ νὰ τοῦ τὸ ἀφιερώσουν. Ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχὴ τῶν εὐσεβῶν γονέων, καὶ μιὰ Κυριακὴ γεννήθηκε ἕνα ὡραῖο κοριτσάκι. Ὁ Δωρόθεος καὶ ἡ Εὐσεβία, πιστοὶ στὴν ὑπόσχεσή τους, τὸ ὀνόμασαν Κυριακὴ καὶ τὸ ἀνάθρεψαν μὲ κάθε φροντίδα καὶ ἐπιμέλεια, ὡς ἀφιερωμένο στὸ Θεό. Ἡ ἀτεκνία πάντα εἶναι μεγάλη λύπη γιὰ τοὺς συζύγους καὶ μάλιστα γιὰ τοὺς Χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ ἡ χαρὰ τους πάλι πολὺ μεγάλη, ὅταν ἀποκτήσουν παιδί. Γι’ αὐτὸ μὲ κάθε τρόπο, καὶ πρῶτα μὲ τὸ ὄνομα ποὺ δίνουν στὸ παιδί, δείχνουν τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸ Θεό.
Στὸ διωγμὸ ποὺ κήρυξε ὁ Διοκλητιανὸς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ἡ Κυριακὴ θὰ ἦταν μία παιδούλα οὔτε ὥς εἴκοσι ἀκόμα ἐτῶν. Τότε καὶ οἱ γονεῖς καὶ ἡ θυγατέρα κατηγορήθηκαν καὶ πιάστηκαν ὡς χριστιανοί. Καὶ τὸ πιὸ σκληρὸ ἦταν ὅτι χωρίστηκε τὸ κορίτσι ἀπὸ τοὺς γονεῖς του· τὸ Δωρόθεο καὶ τὴν Εὐσεβία τοὺς πῆγαν πρὸς τὴν Ἀρμενία καὶ τὴν Κυριακὴ τὴν ὁδήγησαν στὴ Νικομήδεια. Ἐκεῖ ὁ ἡγεμόνας, ἀνακρίνοντας τὴν παιδούλα καὶ βλέποντας τὴ σταθερή της πίστη, ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὴ μαστιγώσουν σκληρά. Ἡ Κυριακὴ σὲ κάθε ἐρώτηση ἀπαντοῦσε· «Εἶμαι χριστιανή». Καὶ σὲ κάθε ἀπειλὴ τοῦ ἡγεμόνα ἔλεγε· «Μὴν πλανιέσαι καὶ μὴ σὲ ξεγελάει ὁ λογισμός σου· μὲ βοηθάει ὁ Θεὸς καὶ δὲν θὰ μὲ νικήσεις».
Ὓστερ’ ἀπὸ ἐξαντλητικὴ ἀνάκριση, ὁδήγησαν τὴν ἁγία Κυριακὴ στὸ ναό, γιὰ νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Ἐκείνη, μπαίνοντας στὸ ναό, παρακαλοῦσε μέσα της τὸ Χριστὸ νὰ τὴν βοηθήσει. Ἕνας δυνατὸς τότε σεισμὸς κατατρόμαξε τοὺς δημίους καὶ τὰ ἀγάλματα τοῦ ναοῦ ἔπεσαν κι ἔγιναν κομμάτια. Ἄναψαν ὕστερα φωτιὰ γιὰ νὰ τὴν κάψουν ζωντανή, μὰ ὅπως τὴ βάτο τοῦ Μωϋσῆ, τὴν κύκλωσαν οἱ φλόγες, μὰ δὲν τὴν ἔκαψαν. Τὴν ἔριξαν ὕστερα στὰ θηρία, μὰ κι ἐκεῖνα δὲν τὴν πείραξαν, παρόμοια ὅπως τὸ Δανιήλ, ὅταν τὸν ἔριξαν στὸ λάκκο τῶν λεόντων. Θὰ περίμενε κανένας ὁ ἡγεμόνας νὰ ἀνοίξει τὰ μάτια του καὶ νὰ δεῖ τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ, μὰ ἔξαλλος καὶ τυφλωμένος ἀπὸ ὀργὴ ἔδωσε διαταγὴ νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸ ἀθῶο κι ἁγνὸ κορίτσι.

Ἡ ἁγία Κυριακή, πρὶν ὁ δήμιος ἐκτελέσει τὴ διαταγή, ζήτησε νὰ τὴν ἀφήσουνε νὰ προσευχηθεῖ. Γονάτισε τότε κι ἄρχισε νὰ προσεύχεται. Κανένας δὲν ἄκουσε τὰ λόγια της, γιατί σὲ τέτοιες στιγμὲς ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου, προσεύχεται «στεναγμοῖς ἀλλαλήτοις». Δὲν κινοῦνται τὰ χείλη, δὲν ἀκούεται φωνή. Κι ὅμως ὁ Θεὸς ἀκούει, κι εἶναι σὰν καὶ νὰ ρωτᾶ τὸν προσευχόμενο, σὰν καὶ τότε τὸ Μωϋσῆ στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα· «Τί βοᾶς πρὸς με;». Ἡ ἁγία Κυριακὴ προσευχήθηκε γιὰ ὥρα πολλὴ κι ὕστερα ἔγειρε στὴ γῆ. Ὅταν ὁ δήμιος πλησίασε γιὰ νὰ ἐκτελέσει τὴ διαταγή, εἶδε πὼς ἡ ἁγία Κυριακὴ ἦταν νεκρή. Ἡ ψυχὴ τῆς παιδούλας πέταξε σὰν μικρὸ πουλί, καὶ φωτεινὸς ἄγγελος τὴν πῆρε, γιὰ νὰ τὴ φέρει στὸ Νυμφίο Χριστό.

Ἂς μείνουμε στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Κυριακῆς, στὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς της τὴν ὀνόμασαν ἔτσι, ἐπειδὴ γεννήθηκε σὲ ἡμέρα Κυριακή. Τὸ ὄνομα συνδέεται στενὰ μὲ τὸ πρόσωπο καὶ τὴ συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου. Ἐνῶ τὸ ὄνομα εἶναι ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ προστίθεται σ’ αὐτὸν ὕστερα, ὅμως συνδέεται τόσο μαζί του, ποὺ γίνεται ἕνα μ’ αὐτόν. Ἔτσι καταλαβαίνουμε τὴν καλὴ συνήθεια τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν νὰ δίνουν στὰ παιδιὰ τους ὀνόματα Ἁγίων τῆς πίστης. Μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία ποὺ ἡ Ἐκκλησία κάθε χρόνο γιορτάζει τὰ ἱερά της πρόσωπα, ὁ κάθε χριστιανὸς στὸ ὄνομά του ἔχει μία συνεχῆ ὑπόμνηση τῆς εὐσέβειας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει πὼς μὲ τὸ ὄνομα εἰσάγει «εἰς τὴν οἰκίαν ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ τὸν ἅγιον». Ἀμήν.

Σχόλια