«Ἀγαπῶ τὸν Ἄρειο ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας …ἀλλὰ παρόλα αὐτὰ τοῦ δίνω ἕνα χαστούκι ἐπειδὴ ἀρνήθηκε τὴν ΑΛΗΘΕΙΑ».

Ἔψαχνα πολὺ καιρὸ μία «λογικὴ» ἀπάντηση στὸ ἐπιχείρημα τῶν οἰκουμενιστῶν νὰ ἔχουμε ἀγάπη γιὰ τοὺς ἑτερόδοξους καὶ νὰ μὴν τοὺς στενοχωροῦμε.
Ἄκουσα ἐπίσης νὰ λένε «καλύτερα μία εἰρήνη στραβὴ παρὰ ἕνας σωστὸς πόλεμος». Καὶ προσπαθοῦσα νὰ καταλάβω τί εἶναι ἀνώτερο, ἡ ἀγάπη ἢ ἡ ἀλήθεια.
Τὴν ἀπάντησή μου τὴν ἔδωσε ὁ Ἅγιος Νικόλαος. Παρότι δὲν ἔχει γράψει τίποτα, μία χειρονομία του ἔχει «φυτευθεῖ» στὸ ὑποσυνείδητο τῶν χριστιανῶν «Ἀγαπῶ τὸν Ἄρειο ὡς μέλος τῆς Ἐκκλησίας …ἀλλὰ παρόλα αὐτὰ τοῦ δίνω ἕνα χαστούκι ἐπειδὴ ἀρνήθηκε τὴν ΑΛΗΘΕΙΑ».
Ἕνα χαρακτηριστικό τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου Νικολάου εἶναι ὅτι μᾶς κοιτάει προσεχτικά, μὲ μάτια ὀρθάνοιχτα, μὲ μία περίσκεψη ποὺ πηγάζει ἀπὸ κάποια παλιὰ ἀνάμνηση ποὺ δὲν θέλει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ξεχάσει. Τὴν ἀνάμνηση ἑνὸς ΧΑΣΤΟΥΚΙΟΥ. Χριστιανικὰ ἡ χειρονομία του παραμένει ἀπαράδεκτη.

Ἡ εἰκονογραφικὴ μορφὴ τοῦ Ἁγίου μας ἐξηγεῖ ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ μία ἐμπαθὴς χειρονομία, ἀλλὰ γιὰ ἀποτέλεσμα τῆς θεολογικῆς ἀκρίβειας, συνοδευόμενης ὅμως ἀπὸ ἕνα ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΒΙΩΜΑ, ἀντίστοιχο τοῦ ὁποίου μποροῦμε νὰ βροῦμε μόνο στὴν ἁγιογραφικὴ διήγηση τῆς ἀπομάκρυνσης τῶν ἐμπόρων ἀπὸ τὸν ναό. Ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ.
Τὸ πόσο σημαντικὸ ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔγινε τὸ 325 στὴ Νικαία, φάνηκε δύο αἰῶνες ἀργότερα ὅταν οἱ βησιγότθοι ἀρειανοὶ «υἱοθετήθηκαν» ἀπὸ τὴ δυτικὴ ἐκκλησία, ἀρχίζοντας τοὺς δογματικοὺς συμβιβασμοὺς ποὺ ὡς ἀποτέλεσμα εἶχαν τὸ σχίσμα.
Ἡ εἰκονογραφικὴ ἀπεικόνιση τοῦ Ἁγίου Νικολάου λοιπόν, μὲ τὸ μέτωπο χαρακωμένο ἀπὸ τὶς ρυτίδες, μᾶς μιλάει γιὰ τὴν βαρύτητα ὅσων ἔγιναν τότε καὶ ὅσων ἀκολούθησαν.

Τὸ τεράστιο μέτωπό του, φωλιὰ πνευματικῆς δύναμης καὶ σοφίας, ἀχώριστα ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ ρυτιδωμένο ἀπὸ τὶς ἔγνοιες τοῦ πράου ἐπισκόπου ἀπὸ τὰ Μύρα τῆς Λυκίας, μᾶς λέει ὅτι και ἡ πραότητα ἔχει τὰ ὅριά της καὶ ὅτι οἱ ἐκτροπὲς ἀπὸ τὴν ὀρθὴ πίστη ξεπληρώνονται καὶ μὲ ἄλλον τρόπο, ἐκτὸς ἀπ΄αὐτὰ τὰ γλυκανάλατα ποὺ βλέπουμε καὶ ἀκοῦμε στὶς μέρες μας.
Ὁ Ἅγιος Νικόλαος σφραγίζει τὴν ἀκεραιότητα τοῦ μυστηρίου τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Κύριου ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὸν μονογενῆ, τὸν ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντα πρὸ πάντων τῶν αἰώνων.
Φῶς ἐκ Φωτός, Θεὸν ἀληθινὸν ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, γεννηθέντα οὐ ποιηθέντα, ὁμοούσιον τῷ Πατρὶ, δι οὗ τὰ πάντα ἐγένετο.

Σχόλια