Γιατί και πώς νηστεύουμε την Παραμονή των Θεοφανείων;


5 Ιανουαρίου: Παραμονή των Θεοφανείων. Νηστεύουμε πάντα χωρίς λάδι, εκτός εάν η ημερομηνία αυτή πέσει Σάββατο ή Κυριακή, οπότε και τρώμε το λάδι. Επίσης, την ημέρα αυτή δεν τρώμε ποτέ ούτε τα θαλασσινά τρόφιμα χωρίς αίμα.
Την 5η Ιανουαρίου δεν νηστεύουμε με σκοπό να πιούμε τον Μεγάλο Αγιασμό της επόμενης Ημέρας, όπως κακώς πιστεύουν ορισμένοι, οι οποίοι μάλιστα θεωρούν τον Μεγάλο Αγιασμό κάτι ανάλογο με την Θεία Κοινωνία (!), κάτι που φυσικά ούτε ισχύει αλλά ούτε και υπήρξε ποτέ ως διδασκαλία μέσα στην Αγία μας Πίστη.
Άλλωστε για να πιει κάποιος Αγιασμό (ακόμη και τον Μεγάλο Αγιασμό), σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες, δεν απαιτείται προηγουμένως να έχει νηστέψει, παρά μόνο να μην έχει φάει ούτε και πιει ο,τιδήποτε από τις 12:00 τα μεσάνυχτα έως την πρωινή εκείνη ώρα που θα πιει τον Αγιασμό (εκτός εάν πρόκειται για την Θεία Κοινωνία ή το Αντίδωρο, τα Οποία τα τρώμε πάντα πριν από τον Αγιασμό).
Αλλά όπως μας αναφέρει χαρακτηριστικά ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο «Ιερό Πηδάλιο», «ο λόγος που νηστεύουμε την Παραμονή των Θεοφανείων (όπως επίσης νηστεύουμε κατά τον ίδιο τρόπο και την Παραμονή των Χριστουγέννων), είναι για να αναπληρώσουμε τη Νηστεία που χάνουμε, όταν οι Εορτές των Θεοφανείων ή των Χριστουγέννων συμβούν Τετάρτη ή Παρασκευή (ημέρες κατά τις οποίες θα είχαμε Νηστεία, όμως λόγω των Μεγάλων Αυτών Εορτών τρώμε τα πάντα)».
Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους:
Πρῶτο, οἱ δύο μεγάλες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπιφανείων, πού τελοῦταν τήν 6η Ἰανουαρίου (συνήθεια πού διατηρεῖται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησία μέχρι σήμερα)· ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡ δέ Βάπτιση καί φανέρωση τῆς ἁγίας Τριάδας τήν 6η Ἰανουαρίου. Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιά τήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκολούθησε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων· γι” αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοιμασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρισκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο.
Καί δεύτερο· ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοί πού θά βαπτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱ συγγενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικά νηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στή συνείδηση τῶν χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν.

Σχόλια