«ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον, Ἰουδαίοις μὲν σκάνδαλον, Ἕλλησι δὲ μωρίαν» (1 Κορινθ. 1, 23) π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος



Τὴν Μ. Παρασκευὴ ὁ Κύριος τοῦ Οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς δέχεται ἑκουσίως «τὰ ἅγια καὶ σωτήρια καὶ φρικτὰ πάθη» «δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν». Καὶ ὅμως μπροστὰ στὸ Πάθος τοῦ Κυρίου μας ἡ ἀνθρώπινη λογικὴ σταματᾶ. Οἱ κατηγορίες τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως δὲν ἐπαρκοῦν γιὰ νὰ προσεγγίσουν «τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰ ραπίσματα, τὰ κολαφίσματα, τὰς ὕβρεις, τοὺς γέλωτας, τὴν πορφυρὰν χλαίναν, τὸν κάλαμον, τὸν σπόγγον, τὸ ὄξος, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην καὶ πρὸ πάντων τὸν Σταυρὸν καὶ τὸν θάνατον ἃ δι’ ἡμᾶς ἑκῶν κατεδέξατο» (Συναξάριο Μ. Παρασκευῆς).

Ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας ἀποτελεῖ ὕψιστο μυστήριο ποὺ σκανδαλίζει καὶ προκαλεῖ τὸν ἄνθρωπο κάθε ἐποχῆς. Ὁ Ἀπ. Παῦλος (1 Κορινθ. 1, 18-31) μᾶς παρουσιάζει πῶς ὁ ἄνθρωπος προσεγγίζει τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ παρουσιάζοντας τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων:

Οἱ Ἰουδαῖοι δὲν μποροῦσαν νὰ διανοηθοῦν ἕναν ἀδύναμο καὶ πάσχοντα Θεό (1 Κορινθ. 1, 22-23). Ἀρέσκονταν στὸν Παντοδύναμο Κύριο ποὺ ἐπιβάλλεται μὲ τὸ μεγαλεῖο καὶ τὴ δύναμή Του . πού ἐμφανίζεται μέσα σὲ νεφέλες, πάνω σὲ θρόνο ὑψηλὸ καὶ ἐπηρμένο, δορυφορούμενος καὶ διακονούμενος ἀπὸ μυριάδες Ἀγγέλων. Ἀδυνατοῦσαν νὰ συλλάβουν στὴ σκέψη τους πῶς εἶναι δυνατόν, ὁ Παντοδύναμος Θεὸς νὰ βρίσκεται ἀδύναμος πάνω στὸ Σταυρὸ καὶ στὴ συνέχεια ὡς θνητὸς ἐν καινῷ μνημείῳ. Ἡ σιωπὴ τοῦ Ἐσταυρωμένου στὴν σκληρὴ πρόκληση τῶν σταυρωτῶν του «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ … καὶ πιστεύσομεν ἐπ᾿ αὐτῷ» (Ματθ. 27, 40-42) κατανοήθηκε μόνο ὡς ἀδυναμία καὶ ἀποτυχία. Ἀλήθεια! Πῶς νὰ πιστεύσει ὁ ἄνθρωπος ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ κάποιον ποὺ καταδικάστηκε καὶ θανατώθηκε ὡς κακοποιὸς ἀπὸ τοὺς συμπολίτες του; πῶς νὰ στηρίξει τὶς ἐλπίδες του σὲ κάποιον ὁ ὁποῖος δὲν μπόρεσε νὰ σώσει τὸν ἑαυτό του;

Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη κατηγορία ἀνθρώπων ποὺ θέλει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ νὰ τὸ δυιλίζει μέσα ἀπὸ λογικὲς διεργασίες (1 Κορινθ. 1, 22-23). Γι’ αὐτοὺς ὁ Σταυρὸς καὶ ὁ Θάνατος τοῦ Κυρίου μας εἶναι ἀκατανόητος. Δὲν ὑπάρχει λογικὴ ἑρμηνεία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθεῖ τὸ «πῶς» καί τό «γιατί» τοῦ Σταυροῦ. Γιὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τὸ κήρυγμα τοῦ Σταυροῦ εἶναι «μωρία», εἶναι ἀνοησία καὶ παραλογισμὸς γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σκέψη.

Ὅμως ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορίζεται στὰ στενὰ ὅρια τῆς ἀθρώπινης σκέψης. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Θεός μας, ἀπὸ ἀγάπη δημιούργησε τὸν κόσμο, ἀπὸ ἀγάπη γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος, ἀπὸ ἀγάπη προσέφερε τὸν ἑαυτὸ του θυσία, ἀπὸ ἀγάπη φτάνει στὰ ἔσχατα ὅρια τῆς ἀνθρώπινης ἀποτυχίας, σὲ αὐτὸν τὸν φρικτὸ διὰ Σταυροῦ θάνατο.

Ὁ Ἄπ. Παῦλος ἀναφέρει καὶ μία τρίτη κατηγορία ἀνθρώπων: «αὐτοῖς δὲ τοῖς κλητοῖς, ᾿Ιουδαίοις τε καὶ ῞Ελλησι, Χριστὸν Θεοῦ δύναμιν καὶ Θεοῦ σοφίαν· ὅτι τὸ μωρὸν τοῦ Θεοῦ σοφώτερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί, καὶ τὸ ἀσθενὲς τοῦ Θεοῦ ἰσχυρότερον τῶν ἀνθρώπων ἐστί» (1 Κορινθ. 1, 24-25).

Ἐδῶ ἔχουμε πλήρη ἀντιστροφὴ γιὰ ὅλους ὅσοι εἶναι μέτοχοι οὐρανίου κλήσεως: Ἡ φαινομενικὴ ἀδυναμία τοῦ Ἐσταυρωμένου ἀποτελεῖ τὴν ὑψίστη δύναμη καὶ τὸ παράλογο τοῦ Σταυροῦ τὴν «ἄνωθεν σοφία». Ὁ Κύριός μας πάσχων ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ φανερώνεται ὡς ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Ὁ Σταυρὸς παύει νὰ εἶναι σύμβολο ντροπῆς καὶ θανάτου καὶ μετατρέπεται σὲ λάβαρο δόξης, θριάμβου καὶ ζωῆς. Στὴ βυζαντινὴ ἁγιογραφία ἔχει ἐπικρατήσει ὡς ἐπιγραφὴ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὄχι τὸ τοῦ Πιλάτου «Ἰησοῦς Ναζωραῖος Βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων» ἀλλὰ τὸ «Ὁ Βασιλεὺς τῆς Δόξης». Διότι πραγματικὰ ὁ Σταυρὸς εἶναι ὁ βασιλικὸς καὶ ἔνδοξος θρόνος τοῦ Κυρίου μας. Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸν Σταυρὸ δὲν ἦταν μία ἀποτυχία ποὺ ἀποκαταστάθηκε κάπως μὲ τὴν Ἀνάσταση. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατός Του ἦταν νίκη, ἦταν ὕψωσις (Ἰωὰν. 12, 32). Ὁ Κύριός μας κατεβαίνει στὸν Ἅδη ὄχι ὡς ἡττημένος, ἀλλ’ ὡς θριαμβευτής, διότι ὁ θάνατός Του εἶναι «ζωοποιὸς θάνατος» (Θ. Λειτουργία Μ. Βασιλείου).

Γι’ αὐτὸ καὶ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι Χριστιανοὶ μαζὶ μὲ τὸν Ἀπ. Παῦλο καυχώμαστε γιὰ τὴν ἀδυναμία τοῦ Σταυροῦ, σεμνυνόμαστε γιὰ τὴν «μωρία» τοῦ κηρύγματος, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερο: σωζώμαστε διὰ τοῦ Σταυροῦ. Διότι ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ ὁ Κύριός μας «τὸ καθ' ἡμῶν χειρόγραφον προσηλώσας, τῷ Σταυρῷ ἐξήλειψε, καὶ τοῦ θανάτου τὸ κράτος κατήργησε» (Στιχηρό Ἑσπερινοῦ β΄ ἤχου).

Σωζώμαστε ὅμως μόνο οἰκοιοποιούμενοι τὸ πάθος τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μόνο συμμετέχονας στὸ Σταυρὸ καὶ τὸ θάνατο τοῦ Κυρίου μας. Μὲ τὴ βάπτισή μας «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν ᾿Ιησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθη-μεν; συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6, 3-4).

Καὶ στὴ συνέχεια τῆς Χριστιανικῆς μας ζωῆς, σὲ κάθε Θ. Λειτουργία ὅταν κοινωνοῦμε, ὁμολογοῦμε, κηρύττουμε, καταγγέλλουμε τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου μας: «ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ» (1 Κορινθ. 11, 26), τονίζει ὁ Ἀπ. Παῦλος.

Ἀλλὰ καὶ στὴν καθημερινή μας ζωὴ ὀφείλουμε νὰ σηκώνουμε ὁ καθένας τὸν σταυρό του (Μάρκ. 8, 34). Οἱ θλίψεις καὶ οἱ ἀποτυχίες, ὁ πόνος καὶ τὰ δάκρυα, ἡ δυστυχία καὶ ὁ κατατρεγμὸς ὅταν προσεγγίζονται μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ μας, παίρνουν ἄλλο νόημα, ἀποκτοῦν ἄλλη προοπτικὴ καὶ γίνονται μέρος τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου μας. Εἶναι χαρακτηριστικὰ τὰ λόγια του Ἄπ. Παύλου: «Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου» (Κολ. 1, 24) δηλαδή χαίρω, λέει ὁ Ἀπόστολος, γιὰ τὰ παθήματα ποὺ ὑποφέρω. Διότι μὲ τὰ παθήματά μου ἀναπληρώνω τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸ σῶμα μου.

Δυστυχῶς ὅμως ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, ὅλοι ἐμεῖς, ἀρνούμαστε νὰ δοῦμε τὴ σωτήρια ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπινου πόνου . δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή μας. Καὶ γιὰ μᾶς ὁ Σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ καὶ ἂν ἀκόμα δὲν τὸ παραδεχόμαστε, παραμένει «σκάνδαλο» καὶ «μωρία».

Καθὼς εἰσερχόμαστε στὴν Ἑβδομάδα τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου μας, ἂς πλησιάσουμε τὸν ἐπὶ Σταυροῦ δι’ ἡμᾶς θυσιαθέντα Κύριον μὲ ταπεινὸ φρόνημα καὶ ἂς τοῦ προσφέρουμε ὡς ἀντίδωρο στὴν ἀπέραντη ἀγάπη του, τὴν ἀγαθὴ διάθεσή μας. Ἀς τοῦ προσφέρουμε τὴν ἀμετακίνητη ἀπόφασή μας νὰ ζήσουμε κατὰ Χριστόν. Ἀς τοῦ προσφέρουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μᾶς γιά ὅσα «δι’ ἡμᾶς ἑκῶν κατεδέξατο». Καὶ ἀς εἶναι καθημερινὴ ἡ προσευχή μας: «Τῇ ὑπερφυεῖ καὶ περὶ ἡμᾶς παναπείρῳ σου εὐσπλαχνίᾳ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμὴν»

Σχόλια