«Ανάστα ο Θεός, κρίνων την γην...»



Το έργο της αμαρτίας είχε συντελεσθεί. Ο άνθρωπος είχε φθάσει στο έσχατο σημείο της τόλμης του· εσταύρωσε τον Θεόν!
Ο Υιός του ανθρώπου είχε έλθει στην έσχατη ταπείνωση, «κατήλθεν εν τοις κατωτάτοις της γης». Η θεία δικαιοσύνη είχε πληρωθεί. Ένα, ακόμη, υπολείπεται, η δικαίωση, η ανάσταση. Τούτο το γεγονός, της αναστάσεως το μέγα θαύμα, εορτάζει ολόκληρος ο χριστιανικός κόσμος, τη δικαίωση της θείας ενανθρωπήσεως, την αποκατάσταση της ηθικής τάξεως στον κόσμο, την κατίσχυση της αληθείας επί του ψεύδους, την νίκη του φωτός κατά του σκότους, το θρίαμβο του Θεού στο έργο Αυτού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η εκ νεκρών ανάσταση του Χριστού αποτελεί τη βεβαίωση της αναστάσεως του ανθρώπου. Αυτή είναι το κήρυγμα των Αποστόλων, ο θεμέλιος της Εκκλησίας, η δύναμις των μαρτύρων, η ελπίς των δικαίων. Η χριστιανική διδασκαλία, η Εκκλησία και η Θεία Λατρεία, όλη η ζωή των χριστιανών, σαν ένα πλανητικό σύστημα, στρέφεται περί τον ζωηφόρο ήλιο της αναστάσεως. Η ανάσταση του Κυρίου μας αποτελεί το μόνο ρυθμιστή της ζωής των ανθρώπων και τη μόνη δύναμη, η οποία είναι ικανή να μας συγκρατήσει από το κακό και να μας ενισχύσει στο αγαθό.
Γιατί η ανάσταση δεν νοείται μόνο σαν ένα γεγονός αντικειμενικό και έξω από τον άνθρωπο.
Το αληθινό νόημα της αναστάσεως είναι, ότι αυτή πρέπει να αποτελεί γεγονός δια του Ιησού Χριστού μέσα μας και τούτο βέβαια όχι σαν απλή θεωρία και ιστορική γνώση, αλλά σαν πείρα και πράξη και ζωή.
Ο Χριστός ονόμασε τον εαυτό Του ανάσταση και ζωή των ανθρώπων και αυτό φανερώνει ότι για να ζούμε, πρέπει σε κάθε στιγμή, να ενεργείται μέσα μας η ανάσταση. Αλλά η εσωτερική αυτή ανάσταση προϋποθέτει νέκρωση της αμαρτίας και φθορά του «έξω ανθρώπου» από την καθημερινή μάχη προς το εγκόσμιο κακό.
Αυτή, λοιπόν, η εξωτερική φθορά και η εσωτερική ανανέωση εμφανίζεται, πολλές φορές, στον ιδιωτικό και δημόσιο και εθνικό μας βίο ως αγωνιστικό και δημιουργικό πνεύμα, ως πίστις στις αναλλοίωτες ηθικές και πνευματικές αξίες της ζωής, ως σεβασμός προς την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ως ακοίμητος συναίσθησις ευθύνης και νυχθήμερος εργασία και μόχθος προς συνάρτηση του παρόντος μετά της αιωνιότητος, ως προσπάθεια και προσευχή προς επικράτηση δικαίας και σταθεράς ειρήνης στον κόσμο και προς διασφάλιση της αληθινής ελευθερίας των ανθρώπων. Αυτά είναι τα σημεία που πείθουν, ότι είμεθα «της αναστάσεως υιοί».
Αλλά τα φαινόμενα της παρούσης εποχής δεν μας πείθουν, δυστυχώς, και γεννάται πολλή πικρία και απογοήτευση στην ψυχή μας, όχι μόνον εξ αιτίας εκείνων που αντιτάσσονται στην πίστη του Ευαγγελίου και την Εκκλησία, αλλά και εκείνων που θεωρούν εαυτούς χριστιανούς και εμφανίζονται στον κόσμο σαν υπέρμαχοι και προασπιστές του λεγομένου και μη πιστευόμενου χριστιανικού πολιτισμού.
Εμείς, οι Ορθόδοξοι Έλληνες, κατά τον ίδιο τρόπο, και υπηρετήσαμε στο Ευαγγέλιο και αισθανόμεθα την πίστη μας και ζούμε την ανάσταση.
Και επειδή πιστεύουμε, δεν καμπτόμεθα, αλλά εντείνουμε κάθε φορά τις προσπάθειές μας και υπομένουμε στον αγώνα της ζωής και στη μάχη της ιστορίας, ακούοντες συνεχώς ηχούσαν την σάλπιγγα του Προφήτου «Ανάστα ο Θεός, κρίνων την γην...».

Toυ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου κ.κ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ