ΣΚΕΠΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ † ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος



Η Παναγία, ἀγαπητοί μου, τῆς ὁποίας τὴν Σκέπη ἑορτάζουμε, εἶνε πρόσωπο ἱ­ερό. Ἀλλ᾿ ὅπως ὁ Υἱός της ἔγινε «σημεῖον ἀντιλεγό­μενον» (Λουκ. 2,34), ἔτσι καὶ ἐκείνη ποὺ τὸν φιλο­ξένησε στοὺς ἁγίους κόλπους της ὡς ἄνθρωπο. Μετὰ τὸν Χριστὸ ἡ Παναγία εἶνε σημεῖον ἀντιλεγόμενον. Ἄλλοι τὴν ὑβρίζουν καπηλικώτατα, τὴ βλα­­σφημοῦν, τὴν περιφρονοῦν· ἄλλοι ὅμως τὴν ἀ­γαποῦν, τὴ σέβονται, τὴν τιμοῦν, τὴν ὑψώ­νουν ὣς τὰ οὐράνια. Οἱ πα­πικοὶ ἔφθασαν ἀκόμη καὶ στὴν αἵρεσι τῆς «Μαριολατρίας», δηλα­δὴ νὰ τὴ λατρεύσουν ὡς θεά, ὅπως ἔκαναν γιὰ ἄλλες γυναῖκες οἱ ἀρ­χαῖοι πρόγονοί μας.
Ἡ Ὀρ­θόδοξος Ἐκ­κλησία ἀπέχει καὶ ἀπ’ τοὺς προτεστάντες ποὺ τὴ θεωροῦν ὡς ἁ­πλῆ γυναῖ­­κα, καὶ ἀπ’ τοὺς φράγκους ποὺ τὴν ἔχουν σχε­δὸν θεοποιήσει μὲ τελετὲς καὶ ἀγάλ­ματα. Οἱ ὀρθόδοξοι ἀκολουθοῦμε τὴ μέση καὶ βασιλι­κὴ ὁδό· τὴν τιμοῦμε ὑπεράνω ὅ­λων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλ’ ὄχι ὡς Θεόν. Ἀπὸ κα­ταβολῆς μέχρι συντελείας τοῦ κόσμου δὲ θὰ γεν­νηθῇ ἄλλο λογικὸ κτίσμα σὰν αὐτήν. Εἶνε ἡ «ἁ­γία ἁγίων μείζων» (Ἀκάθ. ὕμν. Ψ), ὑπερ­ά­νω τῶν ἁγί­ων ἀνδρῶν παλαιᾶς καὶ καινῆς δια­θήκης, ὑπερ­άνω πατριαρχῶν καὶ προφητῶν, ὑ­περάνω τοῦ τι­μίου Προδρόμου, ὑπεράνω πατέ­ρων καὶ μαρτύρων καὶ ὁσίων, ὑπεράνω ―προ­χω­ροῦμε― καὶ ἀγ­­γέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Ναί, ἀλ­λὰ Θεὸς δὲν εἶνε. Θεὸς ἕνας εἶνε, ὁ Κύρι­ος ἡ­μῶν Ἰησοῦς Χρι­στός. Ὅπως στὸν οὐρανὸ ―λέ­νε οἱ πατέρες― ὑ­­π­άρχει ἕνας ἥλιος, μία σελήνη καὶ πολλὰ ἄστρα, ἔτσι στὸν πνευματικὸ οὐρανὸ τῆς Ἐκκλησίας ἥλι­­ος πνευματικὸς ἄδυτος εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, σελήνη – πανσέληνος ἡ Παναγία, καὶ ἑκατομμύρια ἄστρα οἱ ἅγιοι. «Οὐρανὸς πολύ­φωτος ἡ ἐκκλησία ἀνεδείχθη…» (κοντ. 13ης Σεπτ.)
Τιμοῦμε λοιπὸν τὴν Παναγία μας. Καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας σχέσεώς της μὲ τὸν Κύριο ἡ­μῶν Ἰησοῦν Χριστὸν τὴν ἔχουμε μεσίτρια. Ἐ­κείνη προσεύχεται διαρκῶς στὸ Χριστὸ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Καὶ ἀφοῦ κατὰ τὴ Γραφὴ «πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη» (Ἰακ. 5, 16), πολὺ περισσότερο «ἰσχύει δέησις μη­τρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου» (Μ. Ἀπόδ.).
Ἡ Παναγία εἶνε ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ Θεοτόκος, ἀλλὰ καὶ ἡ μητέρα ὅλων τῶν Χριστι­ανῶν, «ἡ γλυκειά μας μάνα». Γι’ αὐτὸ καθένας, ὅποιος κι ἂν εἶνε καὶ σὲ ὅποια περίστασι κι ἂν βρεθῇ, ἐκείνην φωνάζει.
Ἡ Παναγία εἶνε ζωντανή. Ζῇ καὶ βασιλεύει, καὶ κάνει θαύματα, εἰς πεῖσμα τῶν ἀθέων. Μὲ τὴν ἁγιότητα καὶ τὴν παρρησία της, ἑλκύει τὸ ἔ­λεος τοῦ Θεοῦ. Τὰ θαύματά της εἶνε πολλά.
Ἕνα βιβλίο, ποὺ γνώρισε μεγάλη κυκλοφο­­ρία στὴν τουρκοκρατία, εἶνε ἡ «Ἁ­μαρτωλῶν Σω­τηρία». Ἦ­ταν τρόπον τινὰ τὸ ἀ­ναγνωστικὸ τῶν ὑ­ποδούλων καὶ ἡ μελέτη του γέννησε ἥρωες. Ὑποδεικνύει στοὺς ἁμαρτωλοὺς πῶς νὰ ζήσουν γιὰ νὰ σωθοῦν. Ὑπῆρχε στὰ σπίτια τῶν Χριστια­νῶν. Τὸ διάβαζα κ’ ἐγὼ μικρὸς στὸ πατρικό μου κ᾽ ἔκλαιγα ἀπὸ συγκίνησι. Τὸ βιβλίο αὐτὸ σὲ εἰδικὸ μέρος ἐξ­ι­στορεῖ πολλὰ ἀπὸ τὰ ἀναρίθμητα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μὲ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ ἡ Παναγία.
Ἐγὼ θὰ ὑπενθυμίσω στὴν ἀγάπη σας δύο θαύματα, ἕνα παλαιὸ καὶ ἕνα νεώτερο.

* * *

Ποιό εἶνε τὸ παλαιό; Συνέβη στὴν Κωνσταν­τινούπολι στὸ τέλος τοῦ 9ου αἰῶνος, ἐπὶ τῆς βα­σιλείας Λέοντος τοῦ Σοφοῦ. Ἀγαρηνοὶ πολιορ­κοῦσαν τὴ Βασιλεύουσα. Ὁ στρατὸς ἄ­γρυ­πνος φρουροῦσε τὰ τείχη. Καὶ ὁ λαὸς ὅ­λος ἔκανε ἀ­γρυπνία μὲ δάκρυα στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν. Εἶ­χαν περάσει πλέον τὰ μεσάνυ­χτα. Καὶ τότε ἔ­γινε τὸ θαῦμα. Εἶνε αὐτὸ τοῦ ὁ­ποίου τὴν ἐπέτειο ἑορτάζουμε σήμερα. Σὲ κάποια γωνιὰ τοῦ ναοῦ προσευχόταν μαζὶ μὲ ὅλους κ’ ἕ­νας ἀσκη­τής, ὁ ὅσι­ος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Αἴ­φνης τί ἔγινε; Μὲ τὴν κε­ραία τῆς πίστεως, ποὺ εἶχε ἐ­κεῖνος, εἶδε ἕ­να ὅραμα θαυμάσιο. Ἀπὸ τὰ οὐ­ράνια μέσα σὲ φῶς κατέβαινε ἡ Παναγία μας συνοδευομένη ἀπὸ ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Ἦλθε στὸ ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, εἰσ­ῆλ­θε ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσ­οδο, στάθηκε μπροστὰ στὴν ὡραία πύλη, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ δεήθηκε ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Ἔπειτα ἀ­φαίρεσε ἀ­πὸ τὴν ἁγία κεφα­λή της τὸ μαν­τήλι ποὺ φοροῦ­σε ―τότε ὅ­λες οἱ γυναῖκες φοροῦ­σαν μαν­τήλι―, ἅπλωσε αὐ­τὸ τὸ κάλυμμά της, τὸ μαφόριον ὅπως λε­γόταν, καὶ σκέπασε μ’ αὐτὸ τὸ λαό, μικροὺς καὶ μεγάλους, τὸ στρα­τὸ καὶ τοὺς ἄρχοντας, ὅλη τὴν Πόλι, καὶ τέλος ἀπεχώρησε ἐπιστρέφοντας πάλι στοὺς οὐρανούς. Τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ ἅγιος Ἀνδρέ­ας, τὸ ἐπιβε­βαίωσε καὶ ὁ μαθητής του ἅγιος Ἐπιφάνιος ποὺ ἦταν δίπλα του. Ἡ εἴδησις μετεδόθη καὶ ἔδωσε δύναμι στοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς πόλεως. Τὴν ἐπέτειο λοιπὸν αὐτοῦ τοῦ θαύματος ἑ­ορτάζουμε σήμερα. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἁγία Σκέπη, μία ἀπὸ τὶς θεομητορικὲς ἑορτές.
Ἴσως ὅμως κάποιος σκεφθῇ· ―Αὐτὰ συν­έ­βαιναν «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ»… Ἐγὼ λοιπὸν σᾶς λέω, ὅτι τὸ θαῦμα αὐτὸ ἡ Παναγία τὸ ἐπανέλα­βε καὶ στὶς ἡμέρες μας. Πότε; Στὶς 28 Ὀκτωβρί­ου 1940. Ὅσοι ἤμεθα αὐτόπται, αὐτήκοοι καὶ συντελεσταὶ τῶν γεγονότων ἐκείνων, ἔχου­με αἴσθησι τοῦ μεγαλείου. Τί ἔγινε τότε; Ἤχησαν οἱ σειρῆνες, σήμαναν οἱ καμπάνες, σάλπισαν οἱ σάλπιγγες. Τί ἦταν ἐκεῖνο! Μοναδικὸ φαινόμενο. Ἔφευγαν οἱ νέοι πρόθυμοι γιὰ τὸ μέτωπο, σὰ νὰ πήγαιναν σὲ γάμο. Ἔπαλλαν ἀπὸ ἐν­θουσιασμὸ γιὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια. Πορεύονταν ἐν καιρῷ νυκτός, μὲ τὰ πόδια, χωρὶς αὐ­το­κίνητα. Ἔσπευδαν νὰ δώσουν τὸ παρών. Ἂν τοὺς ἔψαχνες, εἶχαν ὅλοι σταυρουδάκι στὸ λαι­μὸ καὶ στὸ πορτοφόλι τὴν εἰ­κόνα τῆς ὑπεραγί­ας Θεοτόκου, ποὺ χάρισε ὁ ἀρχιεπίσκοπος Χρύ­σανθος μαζὶ μὲ τὴν εὐχή του. Καὶ πήγαιναν ἀ­πὸ κορυ­φὴ σὲ κορυφή. Καὶ πῆραν τὰ βουνὰ τῆς Ἠπείρου καὶ τὰ ἕνωσαν μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Εἶπαν τὸ «ΟΧΙ» ἐκεῖ­νο, τὸ πανελλήνιο, ποὺ ἔ­μεινε στὴν ἱστορία, γιατὶ ἔχει τόση ἀξία ὅση καὶ τὸ«Μολὼν λαβέ» τοῦ Λεωνίδα. Ὅσοι ὑπηρέτησαν τότε ὡς στρατιωτικοὶ ἱερεῖς, θυμοῦν­ται ὅτι, ὅταν κατελήφθη ὁ Μοράβας, μπαίνον­τας στὴν Κορυτσά, οἱ στρατιῶτες μας ὅλοι, ὅ­πως ἦταν ἱδρωμένοι καὶ σκονισμένοι, πῆγαν στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου καὶ γονυπετεῖς αὐ­τοὶ καὶ ὁ λαὸς τῆς πόλεως ἔψαλαν ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ φωνὴ «Τῇ ὑ­περμάχῳ Στρατηγῷ τὰ νικητήρια…». Κι ὅταν κα­τελάμβαναν μιὰ ψηλὴ κορυ­φὴ καὶ ὕ­ψωναν τὴν ἑλληνικὴ σημαία, πάλι «Τῇ ὑ­περμά­χῳ Στρα­τηγῷ…» ἔψαλλαν. Καὶ κάτι ἄλ­λο θαυμαστό, ποὺ ἔμαθα· ὑπάρχουν στὸ Ἅγιον Ὄρος ἀσκηταί, ποὺ ἔγιναν μοναχοὶ ἀκριβῶς δι­ότι ὡς στρα­τιῶται καὶ ἀξιωματικοὶ εἶδαν τὸ θαῦ­μα τῆς Παναγίας, εἶδαν πάνω στὶς ψηλὲς κορυ­φὲς τὴν ἴδια τὴν Παναγία μας. Τὴν εἶδαν, ὅπως τὴν εἶ­δε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας ὁ ἀσκητὴς στὸ ναὸ τῶν Βλαχερῶν. Ὤ ἡμέρες δόξης τότε, ποὺ τὸ ἔθνος μας προκάλεσε τὸν παγκόσμιο θαυμασμό!…

* * *

Ἱερὸ πρόσωπο ἡ Παναγία μας. Καὶ πρέπει νὰ τιμᾶται. Τιμᾶται ὅμως;
Ὤ, ἐδῶ μοῦ ἔρχεται νὰ κλάψω. Δὲν ἔχουμε κράτος χριστιανικό. Ἂν εἴχαμε, στὴν Ἑλλάδα δὲν θ’ ἀκουγόταν οὔτε μιὰ βλαστήμια τῆς Παναγίας. Τώρα, ἂν τολμήσῃς καὶ βρίσῃς τὴ γυναῖ­κα τοῦ προέδρου τῆς δημοκρατίας ἢ τὸν ἴδιο ἢ τὸν πρωθυπουργὸ ἢ τὸν ἀρχηγὸ κάποιου κόμματος, πᾷς δυὸ χρόνια φυλακή. Δὲν εἴμεθα ἀναρχικοὶ οὔτε συνιστοῦμε ἀπειθαρχία. Εἴμεθα νομοταγεῖς. Ἀλλὰ δὲν μπορῶ νὰ μὴν πῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ποὺ ἐξελέγησαν διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ, εἶνε μὲν ἄξια τιμῆς, ἀλλὰ μπρο­στὰ στὸ Χριστὸ καὶ μπροστὰ στὴν Παναγία ―ἐὰν πιστεύουμε― εἶνε πελώρια μηδενικά. Ἐν τούτοις βλέπεις τὸ δικαστὴ καί, ὅταν ἀκούσῃ ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν Παναγία, γελάει ἐπὶ τῆς ἕδρας του. Ἂν ἀκούσῃ, ὅτι κάποιος βλαστήμησε τὴν κυρία προέδρου δημοκρατίας, ἄ τότε πέφτει τιμωρία!…. Νά ἡ ἁμαρτία μας· παύσαμε νὰ λατρεύουμε τὸ Θεὸ καὶ Πατέρα καὶ νὰ τιμοῦμε τὴν Παναγία, καὶ κάναμε Θεὸ τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιγείων ἀρχόντων.
Βλαστημοῦν δυστυχῶς οἱ Ἕλληνες. Εἴμεθα τὸ πλέον βλάσφημο κράτος. Κ᾽ ἔπειτα ἀποροῦ­με γιατί γίνεται σεισμός. Κ᾽ ἐγὼ ἀπορῶ πῶς δὲν ἔπεσαν ἀκόμη καὶ τ’ ἀστέρια ἀπὸ τὸν οὐ­ρανὸ νὰ μᾶς κατακαύσουν.
Ἀλλὰ ἵλεως γενοῦ, Κύριε. Ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ ἐκλείψῃ αὐτὸ τὸ κακό. Δὲν ἁμαρτάνει μόνο αὐτὸς ποὺ βλαστημάει· ἁμαρτάνεις κ᾽ ἐσὺ ποὺ τὸν ἀκοῦς ἀδιάφορος. Ὁ Πλάτων εἶπε ὅτι «τῆς Ἑλλάδος ὑβριζομένης οὐδείς πρέπει νὰ μένῃ ἀπαθής». Κ’ ἐμεῖς λέμε· τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἱερῶν προσώπων ὑβριζομένων, oφείλεις ―ἂν πιστεύῃς― νὰ διαμαρτυρηθῇς, ὅπως τοὐλάχιστον θὰ διεμαρτύρεσο ἐὰν κάποιος ἔλεγε τὴ μητέρα σου πόρνη. Τὸ εἶπε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· «Ἂν ὑβρίσῃς τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα μου, σὲ συγχωρῶ· ἂν βλαστημήσῃς Χριστὸ καὶ Παναγιά, δὲν ἔχω μάτια νὰ σὲ δῶ».
Τελειώνω, ἀγαπητοί μου, μὲ μία θερμὴ προτροπή. Κανείς μὰ κανείς νὰ μὴν ἀνεχώμεθα νὰ βλαστημάῃ τὰ θεῖα στὸν τόπο μας. Ἂς δημιουρ­γηθοῦν ἀντιβλασφημικὲς ὁμάδες, ὥστε ὁ κάθε βλάσφημος νὰ φιμώνεται. Καὶ τότε πᾶν στόμα καὶ πᾶσα γλῶσσα θὰ ὑμνῇ τὴν Παναγία Παρθένο εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.




Πίστη εμπειρική και όχι θεωρητική.


«Μή φοβοῦ μόνον πίστευε καί σω­θήσεται».




Δύο θαύματα περιγράφει ἡ σημε­ρινή εὐαγγελική περικοπή, ἀδελφοί μου, δύο θαύ­ματα πού ἔχουν διαφο­ρε­τική ἀφετηρία, ἔχουν ὅμως τήν ἴδια εὐτυχῆ κατάληξη. Δύο θαύμα­τα πού ἔχουν μία κοινή συνιστα­μέ­νη, τήν πίστη, καί ἕνα κοινό ἀπο­τέλεσμα, τήν ἴαση. Στό ἕνα ὁ πατέ­ρας, ὁ ἄρχων τῆς συναγωγῆς Ἰάει­ρος, ζητᾶ ἀπό τόν Χριστό νά θερα­πεύσει τή θυγατέρα του.
Στό δεύτε­ρο ἡ αἱμορροῦσα γυναίκα πλησιάζει τόν Χριστό καί ἀγγίζει τό κράσπεδο τοῦ ἱματίου του, χωρίς νά ζητήσει τί­πο­τε, χωρίς νά πεῖ τίποτε, χωρίς κἄν νά γίνει ἀντιληπτή, ἀκόμη καί ἀπό τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ πού βρι­σκόταν δίπλα του.

Καί ὁ Χριστός ἀνταποκρίνεται στά αἰτήματα καί τῶν δύο. Ἀνταποκρί­νε­ται στή συστολή καί τή διακριτι­κό­τητα τῆς γυναίκας, πού δέν τολ­μᾶ νά τοῦ ζητήσει τή χάρη, πού δέν τολμᾶ νά τόν παρακαλέσει γιά τή θε­ραπεία της. Ἀνταποκρίνεται ὅ­μως καί στό αἴτη­μα τοῦ πατέρα, τοῦ ἀρχισυνα­γώγου, πού τολμᾶ νά προστρέξει σ’ αὐτόν, ἀδιαφο­ρώντας γιά τό ἀξίωμα καί τήν ὑψηλή κοι­νωνική του θέση, ἀδιαφορώντας γιά τό τί θά πεῖ ὁ κόσμος.

Ἀνταποκρίνεται στά αἰτήματα καί τῶν δύο ἀνθρώπων πού τόν πλη­σιά­­ζουν, γιατί ὡς καρδιογνώστης γνω­ρίζει πώς καί τό σιωπηλό αἴτη­μα τῆς αἱμορρο­ού­­σης καί τόν ἔνηχο αἴτημα τοῦ Ἰαείρου εἶναι αἰτήματα πίστεως. Καί αὐτή τήν πίστη θέλει νά ἀναδείξει ὁ Ἰησοῦς, αὐτή τήν πί­στη θέλει νά διδάξει στούς ἀν­θρώ­­πους πού τόν περιστοι­χίζουν, γιατί αὐτή ἡ πίστη εἶναι τό θεμέλιο τῆς σωτηρίας.

Γι’ αὐτό καί ἐπαινεῖ δημόσια τήν πίστη τῆς γυναίκας, ὄχι γιατί θέλει νά τήν ἐκθέσει ἐνώπιον τῶν ἀν­θρώ­πων, ἀλλά γιατί θέλει νά τήν προβάλλει ὡς παράδειγμα ὑπερό­χου πίστεως πού εἶναι εὐάρεστη στόν Θεό.
Γι’ αὐτό καί ἐπιτρέπει νά πεθάνει ἡ θυγατέρα τοῦ Ἰαείρου, ὥστε νά δο­κιμασθεῖ τό μέγεθος τῆς πίστεώς του καί νά λάμψει σέ ὅλο της τό με­γαλεῖο.

Στήν πρώτη περίπτωση, στήν πε­ρίπτωση τῆς αἱμορρούσης γυναί­κας, ἡ πίστη προϋπάρχει καί ὁ ἔπαι­νος τῆς πίστεως ἕπεται ὡς ἐπιβε­βαίωση τῆς ὑπάρξεώς της. Στή δεύ­τερη, στήν περίπτωση τοῦ Ἰαείρου, ὑπάρχει ἀλλά ἐνισχύεται σέ μία κρί­σιμη στιγμή ἀπό τήν προτροπή τοῦ Χριστοῦ «μή φοβοῦ, μόνον πί­στευε καί σωθήσεται».
Πίστη καί σωτηρία εἶναι τό δί­πο­λο πού προβάλλει τό σημερινό εὐ­­αγγελικό ἀνάγνω­σμα. Τό ἕνα σκέ­λος αὐτοῦ τοῦ διπόλου, ἡ σω­τηρία, εἶναι κάτι πού ἀναζητοῦμε καί ἐπι­διώκουμε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, εἴτε πρό­κειται γιά τή σωτηρία μας καί τήν ἀπαλλαγή μας ἀπό ἀσθέ­νει­ες καί δυσάρεστα γεγονότα, ὅπως συνέ­βη μέ τά πρόσωπα τοῦ σημερι­νοῦ εὐ­αγγελικοῦ ἀνα­γνώ­σματος, εἴτε πρόκειται γιά τή μελλοντική καί αἰώνια σωτηρία τῆς ψυχῆς μας.
Τό ἄλλο σκέλος, ἡ πίστη, εἶναι αὐτό πού εἶναι ἀναγκαῖο καί ἀπα­ραί­τητο γιά τή σωτηρία μας καί τήν πρόσκαιρη καί τήν αἰώνια, καί εἶ­ναι αὐτό πού πρέπει, ἀδελφοί μου, νά ἀποκτήσουμε μέ κάθε τρόπο καί κάθε θυσία, ἄν θέλουμε νά κερδί­σου­με καί τή σωτηρία μας.
Καί ἡ πίστη αὐτή πού μᾶς χρειά­ζεται δέν εἶναι μία πίστη ἀκαδη­μαϊ­κή, μία πίστη θεωρητική, μία πίστη πού διδάσκεται στά σχολεῖα καί στά πανε­πιστήμια τοῦ κόσμου, μία πί­στη πού περιγράφεται στά βιβλία καί πού μα­θαί­νεται, ὅταν τά διαβά­σουμε.

Εἶναι μία πίστη ἐμπειρική, μία πίστη πού στηρίζεται στό βίω­μα, μία πίστη πού μᾶς διδάσκει ὁ Χρι­στός μέσα ἀπό τά περιστατικά τῆς ζωῆς τοῦ καθενός μας, μέσα ἀπό τίς δυσκολίες καί τά προβλή­ματα πού συναντοῦμε, μέσα ἀπό τίς ἀσθένειες καί τίς δοκιμασίες πού ὑπο­μένουμε.
Εἶναι μία πίστη ἐμπει­ρι­κή πού στηρίζεται στήν προσω­πι­κή μας γνωριμία μέ τόν Χριστό, μέ­σα ἀπό τήν Ἐκκλησία μας καί τά μυ­στήριά της, μέσα ἀπό τήν ἐπαφή μέ τούς ἁγίους, μέσα ἀπό τά θαύ­μα­τα πού ἐπιτελεῖ ὁ Χριστός καί στόν σύγχρονο κόσμο.
Εἶναι μία πίστη ἐμπειρική τῆς ὁποίας γινόμαστε καί ἐμεῖς μέτοχοι, ὅταν σάν τόν Ἰάειρο προστρέ­χουμε καί ἐμεῖς στόν Χρι­στό καί μέ θάρρος καί ἐμπιστοσύνη τοῦ ἀναθέτ­ουμε τά προβλήματα καί τίς ἀγωνίες τῆς ζωῆς μας καί τῆς οἰ­κογενείας μας. Εἶναι μία πίστη ἐμπειρική πού τήν μαθαίνουμε, ἀδελ­φοί μου, ὅταν στριμωχνόμαστε καί ἐμεῖς δίπλα στόν Ἰησοῦ, ὅπως τό ἔκανε ἡ γυναίκα τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς, ὅταν προ­σπα­θοῦμε νά ἀγγίξουμε τό κρά­σπεδο τοῦ ἱματίου του ἔχοντας ἀπο­βάλει τήν ἀλαζονεία μας καί ἐλ­πί­ζοντας ὅτι καί μόνο ἡ ἐπαφή μας μα­ζί του μπορεῖ νά θερα­πεύσει τά τραύματα τῆς ψυχῆς μας, τά τραύ­ματα τῶν ἁμαρτιῶν μας καί νά μᾶς χαρίσει τήν ἴαση καί τή θεραπεία.

Ἀδελφοί μου, ἄν θέλουμε νά ἀπο­λαύσουμε καί ἐμεῖς τή θεραπεία καί τή σωτηρία μας, ἄς πλησιάσουμε τόν Χριστό φέρνοντας μαζί μας ὅλα τά προβλήματά μας, ὅλες τίς ἀρρώ­στιες τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, καί ὅποιον δρόμο κι ἄν διαλέξουμε, εἴτε τόν δρόμο τῆς σιωπηλῆς ἐκζη­τή­σεως τῆς βοηθείας του, αὐτόν πού ἀκολούθησε ἡ γυναίκα, εἴτε τόν δρόμο τῆς θαρραλέας ὁμολο­γί­ας τοῦ Ἰαείρου, νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι, ἄν διαθέτουμε τήν πίστη πού χρειάζεται, θά ἀκούσουμε καί ἐμεῖς ἀπό τό στόμα τοῦ Χριστοῦ τό «ἡ πί­στις σου σέσωκέν σε».

Απολλώ Μοναχός
Ιερά Μονή Δοχειαρίου
63087 Δάφνη Αγίου Όρους

Είναι δύσκολη η θεραπεία της αμαρτίας στη ζωή της πίστης;



Το ερώτημα, αγαπητοί μου αδελφοί, που συχνά δεσπόζει ανάμεσα στους ανθρώπους που πιστεύουν είναι «πόσο δύσκολη ή αδύνατη είναι η θεραπεία της αμαρτίας στη ζωή της πίστης;».
Ενώ αναγνωρίζουμε την δύναμη που η πίστη έχει και την ελπίδα που μας προσφέρει, εντούτοις διαπιστώνουμε ότι δεν είναι καθόλου εύκολο να απαλλαγούμε από την αίσθηση της ρυπαρότητάς μας έναντι του Θεού, από το ότι ο Θεός και το θέλημά Του δεν είναι προτεραιότητα στη ζωή μας, ότι η πορεία μας, λιγότερο ή περισσότερο, στον κόσμο αυτό χαρακτηρίζεται από επιδράσεις του εκκοσμικευμένου πνεύματος, ότι ενώ μετανοούμε ενίοτε για τα σφάλματά μας, ξαναγυρίζουμε στα όσα έχουμε αποφασίσει να αφήσουμε κατά μέρος.

Ο Απόστολος Παύλος, απαντώντας σε ανάλογο προβληματισμό, θέτει αυτό το ερώτημα: «ει δε ζητούντες δικαιωθήναι εν Χριστώ ευρέθημεν και αυτοί αμαρτωλοί, άρα Χριστός αμαρτίας διάκονος; Μη γένοιτο» (Γαλ. 2, 17).
Ωστόσο το ερώτημα παραμένει. Και δεν μένει μόνο στο ζήτημα της αμαρτίας. Έχει να κάνει με την εμμονή των ανθρώπων σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές, οι οποίες δεν επιτρέπουν την αξιοποίηση της προόδου, των εφευρέσεων, της οργάνωσης ενός πολιτισμού αληθινά αξιοθαύμαστου τεχνικά, αλλά και διανοητικά, προς όφελος των πολλών, τον εγκλωβισμό στη λογική του θανάτου, αλλά και στην αβεβαιότητα για όλους. Γιατί λοιπόν δεν τα καταφέρνουμε ηθικά και πνευματικά, με αποτέλεσμα η αποτυχία μας να μεταφέρεται σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας;

Δεν είναι εύκολες οι απαντήσεις. Πρωτίστως χρειάζεται να ορίσουμε τι σημαίνει πίστη. Έχουμε την εντύπωση πως η πίστη συνεπάγεται την αποδοχή ότι ένα πρόσωπο, μία ιδέα, μία πραγματικότητα είναι αληθινή. Η πίστη όμως αυτή περιορίζεται στο στοιχείο της διάνοιας ή χρησιμοποιεί ορισμένους κανόνες, τυπικά, διατάξεις με βάση τα οποία ο πιστεύων αισθάνεται ότι την τηρεί και την αποδεικνύει.
Για την Εκκλησία όμως η πίστη συνεπάγεται την σχέση προσώπων.
Πιστεύω σημαίνει γνωρίζω ποιος είναι αυτός στον οποίο απευθύνομαι, θέλω να έχω σχέση μαζί του, τον ζητώ να υπάρχει στην καθημερινότητα της ύπαρξής μου, μπορώ να μιλήσω μ’ αυτόν και γι’ αυτόν, όπως όχι απλώς κάποιος πιστεύει, αλλά όπως αυτός που αγαπά. Στην περίπτωση του Θεού, η πίστη μας δεν μπορεί να είναι μία θρησκευτική αποδοχή ή εμπιστοσύνη, αλλά η αφετηρία της κοινωνίας με το υπαρκτό πρόσωπο του Θεανθρώπου, το Οποίο αποδεικνύει την παρουσία Του στη ζωή μας πρώτα μέσα από το Σώμα και το Αίμα Του, το οποίο καλούμαστε να κοινωνούμε, αλλά και μέσα από την περιγραφή του τρόπου με τον οποίον ο Χριστός φανερώνεται στη ζωή μας, δηλαδή μέσα από την κοινωνία με τον συνάνθρωπο.

Στη συνέχεια, χρειάζεται να ορίσουμε τι σημαίνει δικαίωση. Η συνηθισμένη εκδοχή συνεπάγεται την αναγνώριση από την πλευρά αυτού που πιστεύουμε ότι είναι το μέτρο και ο κανόνας των σκέψεων, των πράξεων, των επιθυμιών μας. Κατόπιν, η δικαίωση περνά μέσα από την κοινωνική ομάδα, το σύστημα, το σώμα στο οποίο ανήκουμε. Και η δικαίωση ικανοποιεί την ανάγκη μας για αποδοχή, για απόδοση αξίας στον εαυτό μας, για δόξα τελικά.
Στη σχέση μας όμως με το Χριστό δικαίωση σημαίνει την αναγνώριση από μέρους μας ότι ο Χριστός βλέπει σε εμάς το πρόσωπο που μπορεί να κοινωνήσει μαζί Του, το δημιούργημα και παιδί Του, στο οποίο η κοινωνία περνά από την σχέση πατρότητας και υιότητας στη σχέση της φιλίας και της αγάπης και ταυτόχρονα στην πορεία της σωτηρίας μας, δηλαδή της νίκης κατά του θανάτου και της δωρεάς της ενότητας ψυχής και σώματος στην προοπτική της ανάστασης.

Δεν δικαιωνόμαστε εκ των όποιων έργων, των χαρισμάτων ή των κατορθωμάτων μας, αλλά από την κοινωνία με το Χριστό που για το πρόσωπό μας σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Και αυτός είναι ο δρόμος και το χάρισμα της αγιότητας.

Τέλος, χρειάζεται να ορίσουμε τι σημαίνει αμαρτία. Η συνηθισμένη εκδοχή κι εδώ ταυτίζει την αμαρτία με συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις που παραβιάζουν το θέλημα του Θεού και κάνουν τον άνθρωπο να αποτυγχάνει να ευχαριστήσει το Θεό που τόσα του έχει δώσει και του δίδει. Αυτός όμως ο ορισμός είναι ελλιπής, διότι εκ των πραγμάτων ουδείς αναμάρτητος. Αν ο άνθρωπος μπορούσε να πετύχει την αναμαρτησία από μόνος του, τότε θα ήταν ο ίδιος θεός.
Μήπως όμως είμαστε καταδικασμένοι να πιστεύουμε σε έναν Θεό που θέλοντας να ομοιάσει με μας, σαρκούμενος δηλαδή, έγινε κι αυτός διάκονος της αμαρτίας; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δείχνει και τον τρόπο της λύτρωσης. Ο Χριστός δεν πειράχτηκε από την αμαρτία, προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, αλλά υπέστη όλες τις συνέπειές της, την κακία, την απιστία, το βάρος, τον θάνατο, επάνω στο σταυρό.
Όλη η ανθρωπότητα, όχι μόνο όση προηγήθηκε ή όση ήταν εν ζωή εκείνη τη στιγμή, αλλά και η μετέπειτα, εναπέθεσε το βάρος της αμαρτωλότητάς της στο πρόσωπο του Χριστού και είδε το πλήρωμα της αμαρτίας να πεθαίνει μαζί με το Χριστό και να συνθάπτεται στον τάφο του θανάτου και με την ανάσταση πλέον να μην έχει καμία δύναμη επάνω στον άνθρωπο. Στο τσίμπημα της φτέρνας μας τελικά περιορίστηκε η δύναμη της αμαρτίας, διότι η κεφαλή της, αυτή δηλαδή που την καθορίζει και της δίνει ζωή συντρίφτηκε πάνω στο σταυρό.

Είναι δύσκολη η θεραπεία της αμαρτίας όσο δεν αποδεχόμαστε το Θεό όχι ως ιδέα, αλλά ως Πρόσωπο το οποίο μπορούμε να γνωρίσουμε και να κοινωνήσουμε στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας και στην αγάπη προς την κάθε εικόνα Του, που είναι ο συνάνθρωπο. Είναι δύσκολη η θεραπεία της αμαρτίας όσο περιμένουμε ότι θα αποτελέσει για μας προσωπικό κατόρθωμα, χωρίς αυτό να συνεπάγεται την άρνηση του ασκητικού αγώνα και της έγνοιας για την τήρηση των εντολών του Χριστού.
Η αληθινή άσκηση όμως ξεκινά από την αγάπη προς το Πρόσωπο του Χριστού και την βεβαιότητα ότι αυτός πρώτος μας αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για μας. Και όταν μπορούμε ή θέλουμε να αγαπούμε, αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε την οδό της αγιότητας ως την μοναδική οδό χαράς και ελπίδας.
Είναι δύσκολη η θεραπεία της αμαρτίας, όταν νομίζουμε ότι ζούμε ακόμη στην εποχή που ο Χριστός δεν ήρθε και καθιστούμε το βάρος της δυσβάσταχτο. Ήδη θεραπεύθηκε η αμαρτία στο σταυρό και με την ανάσταση. Όσοι όμως αγωνιζόμαστε να ζήσει μέσα μας ο Χριστός γευόμαστε το τσίμπημά της στη φτέρνα της ύπαρξής μας, ως ανάμνηση ότι είμαστε πάντοτε ελεύθεροι να αφήσουμε το δηλητήριό της να μας διαποτίσει ή κοινωνώντας με το Χριστό να την αποδεχθούμε ως τον μικρότερο ή μεγαλύτερο σταυρό αυτής της ζωής, ως κίνητρο μετάνοιας, ταπείνωσης και εκζήτησης της θαλπωρής του.

Ο κόσμος λειτουργεί με βάση αυτό που φαίνεται. Και η αμαρτία φαντάζει αθεράπευτη. Δεν είναι όμως έτσι. Η ζωή της Εκκλησίας, η οδός της αγιότητας, η Ανάσταση ήδη την έχουν θεραπεύσει. Για όσους πιστεύουν στο Θεό ως Πρόσωπο, για όσους χαίρονται που κι εκείνοι είναι πρόσωπα που ο Χριστός θεωρεί ως φίλους Του, για όσους ο σταυρός και η ανάσταση είναι το κέντρο της ζωής τους, η συσσταύρωση με τον Κύριό μας αποτελεί την καλύτερη και ασφαλέστερη ένδειξη αυτής της θεραπείας. Κι αυτό είναι το βαθύτερο νόημα τελικά της πίστης.

Ας συνεχίσουμε την πορεία μας στον δύσκολο αυτό κόσμο, που διέγραψε το Θεό και στη θέση Του έβαλε την επιβίωση, την επιθυμία, την ακοινωνησία αναβαπτιζόμενοι στην σχέση με το Χριστό και τη ζωή της Εκκλησίας. Και ας αισιοδοξούμε. Η νίκη κατά της αμαρτίας θα διαφαίνεται και στη δική μας ζωή, στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούμε τα επιτεύγματα του πολιτισμού μας, βοηθώντας μας κατά πάντα και δια πάντα. Και οι επιλογές μας θα μπορούν να βοηθήσουν και άλλους. Στον καθέναν μας άλλωστε βρίσκεται η ελπίδα για την αλλαγή και την μεταμόρφωση του κόσμου. Αμήν!


Απολλώ Μοναχός
Ιερά Μονή Δοχειαρίου
63087 Δάφνη Αγίου Όρους
 


Ἄγγιγμα θείας Χάριτος


                   «Ἥψατό μού τις»


Στὴν ἀρχὴ τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς παρακολουθήσαμε τὴ θεραπεία τῆς αἱμορροούσας γυναίκας. Ἡ ἄρρωστη αὐτὴ γυναίκα πίστεψε ὅτι καὶ μόνον ἂν ἄγγιζε κρυφὰ τὸν Κύριο, θὰ γινόταν καλά. Πράγματι, ἄγγιξε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός Του καὶ ἀμέσως θεραπεύθηκε. Ὁ Κύριος τῆς χάρισε τὴ σωματικὴ ὑγεία ἀπὸ τὴν ἀνίατη ἀσθένειά της. Μὲ ἀφορμὴ αὐτὸ τὸ θαῦμα ἂς κάνουμε σήμερα μιὰ προέκταση: νὰ ἀναλογισθοῦμε πόσο ἀναγκαῖο εἶναι γιὰ τὴν ψυχή μας νὰ ἀγγίζουμε τὸν Κύριο· πόσο ἀναγκαῖο εἶναι νὰ λαμβάνουμε τὴ θεία Χάρι· καὶ κατόπιν νὰ δοῦμε πῶς μποροῦμε νὰ τὴν λαμβάνουμε.

1. Ζωὴ τῆς ψυχῆς ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ σῶμα μας γιὰ νὰ διατηρεῖται στὴ ζωή, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ὀξυγόνο, νερό, τροφή, ὕπνο… Ἡ ψυχή μας, τὸ κύριο συστατικὸ τῆς ὑπάρξεώς μας, γιὰ νὰ εἶναι ζωντανή, γιὰ νὰ ζεῖ εὐτυχισμένη, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴ συνεχὴ κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ Ζωή, ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴ θεία Χάρι. Ἡ θεία Χάρις εἶναι ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐπάνω μας, καὶ εἰδικότερα ἡ ἁγιαστικὴ ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.



Γράφει ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς πὼς ὅ,τι εἶναι ἡ ψυχὴ γιὰ τὸ σῶμα, αὐτὸ εἶναι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα γιὰ τὴν ψυχή1. Δηλαδὴ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δίνει ζωὴ στὴν ψυχή. Ἂν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι οὐσιαστικὰ νεκρός, ἔστω καὶ ἂν ζεῖ τὴ σωματικὴ ζωή. Στὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ ὁ Πατέρας λέει ὅτι αὐτὸς ὁ γιός μου ἦταν νεκρός (τὸν καιρὸ τῆς ἀσωτείας του) καὶ ἀνέζησε (μὲ τὴ μετάνοια) (Λουκ. ιε´ [15] 24). Ὁμοίως διδάσκουν οἱ ἅγιοι Πατέρες ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ κυρίως θάνατος, «τὸ δια­ζευχθῆναι τὴν ψυχὴν τῆς θείας χάριτος καὶ τῇ ἁμαρτίᾳ συζυγῆναι», τὸ νὰ χωρισθεῖ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴ θεία Χάρι καὶ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὴν ἁμαρτία2· ἐνῶ ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς εἶναι τὸ νὰ ζεῖ ἑνωμένη μὲ τὸν Θεό.

Ἔχουμε λοιπὸν ἀνάγκη, κατὰ τὸ παράδειγμα τῆς αἱμορροούσας, νὰ προσ­βλέπουμε στὸν Κύριο ὡς τὴν πηγὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς καὶ νὰ Τὸν «ἀγγίζουμε», ὥστε νὰ μᾶς μεταδίδει ζωὴ καὶ πνευματικὴ ὑγεία.

2. Ἄγγιγμα μὲ πίστη

Πῶς μποροῦμε νὰ λαμβάνουμε τὴ θεία Χάρι; Μὲ τὸ νὰ βρισκόμαστε σὲ ἐπικοινωνία μὲ τὴν πηγὴ τῆς θείας Χάριτος, δηλαδὴ μὲ τὸν Θεό. Καὶ πῶς θὰ γίνει αὐτό; Μὲ τὸ νὰ μὴν ἁμαρτάνουμε. Ὅταν ἁμαρτάνουμε, ἀπομακρυνόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῶ ὅταν μετανοοῦμε, ἐπιστρέφουμε κοντά Του. Πλουτίζουμε σὲ θεία Χάρι μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία, τὴν ἐλεημοσύνη, τὴν ἀνεξικακία, γενικὰ μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν καὶ τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν· κατ᾿ ἐξοχὴν ὅμως, ὅταν συμμετέχουμε στὰ ἱερὰ Μυστήρια, τὴν ἱερὰ Ἐξομολόγηση καὶ τὴ θεία Κοινωνία.

Ὅμως δὲν ἀρκεῖ μόνο ἡ ἐξωτερικὴ ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν καὶ ἡ τυπικὴ συμμετοχὴ στὰ Μυστήρια γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς θείας Χάριτος. Πολλοὶ ἄγγιζαν τὸν Κύριο σωματικά, ἀλλὰ μόνο ἡ αἱμορροοῦσα ἔλαβε Χάρι. Μόνο γι᾿ αὐτὴν εἶπε ὁ Κύριος: «Ἥψατό μού τις». Μὲ ἄγγιξε κάποιος. Μόνον ἕνας. Οἱ ἄλλοι ὄχι.

Ἑπομένως γιὰ νὰ λάβουμε τὴ Χάρι, ἀπαιτεῖται πίστη, συμμετοχὴ τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου. Ὅταν π.χ. προσευχόμαστε, νὰ μὴ λέμε μόνο λόγια μὲ τὸ στόμα μας, ἀλλὰ νὰ ὑψώνουμε τὸ νοῦ μας στὸ Θεό. Παρομοίως στὴν ἱερὰ Ἐξομολόγηση νὰ ὁμολογοῦμε μὲ πόνο καὶ εἰλικρίνεια τὶς ἁμαρτίες μας, ἀλλὰ καὶ μὲ πίστη ὅτι θὰ λάβουμε τὴν ἄφεση χάρη στὴ θυσία τοῦ Ἐσταυρωμένου. Στὴ θεία Κοινωνία ἐπίσης νὰ προσερχόμαστε συγκεντρωμένοι, μὲ πόθο ἱερὸ καὶ ἀπόφαση καινούργιας ζωῆς… Γνωρίζουμε ποῦ θὰ βροῦμε τὸν Κύριο γιὰ νὰ Τὸν ἀγγίξουμε. Αὐτὸ ποὺ μᾶς λείπει εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση τῆς αἱμορροούσας, ἡ ζωντανὴ πίστη της.

***

Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ μᾶς ἔχει ἀποκαλύψει ὅτι σκοπὸς τῆς πνευματικῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀπόκτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδὴ τῆς θείας Χάριτος. Ὅλοι οἱ πιστοὶ ἔχουμε κάποια ἐμπειρία τῆς θείας Χάριτος. Τὸ ζητούμενο ὅμως εἶναι νὰ μὴ γευόμαστε ἁπλῶς στιγμὲς Χάριτος, ἀλλὰ νὰ ζοῦμε τὴ ζωὴ τῆς Χάριτος· δηλα­δὴ νὰ ἔλθει νὰ κατοικήσει μέσα μας μόνιμα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Τότε ἡ ψυχή μας θὰ εἰρηνεύσει τελείως καὶ θὰ καρποφορεῖ ἀνεμπό­διστα τὶς ἀρετές. Θὰ ζεῖ τὴ ζωὴ ποὺ τῆς ταιριάζει. Θὰ ζεῖ ἀπὸ τώρα στὴ Βα­σιλεία τῶν Οὐρανῶν. Μὲ τὶς πρε­σβεῖες ὅλων τῶν Ἁγίων, τῶν πνευ­ματέμφορων ἀνθρώπων, μα­κάρι νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ συνειδητοποιήσουμε τὸν σκοπὸ τῆς πνευματικῆς ζωῆς καὶ μὲ ὅλες μας τὶς δυνάμεις νὰ ἀγωνισθοῦμε γιὰ τὴν κάθαρση τῆς ψυχῆς μας ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη, ὥστε νὰ γίνουμε κι ἐμεῖς δοχεῖα τῆς Χάριτος, μυροδοχεῖα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

1. Στό: Ὁσίου Νικοδήμου, Νέα Κλῖμαξ, Ἑρμηνεία τῶν Ἀναβαθμῶν τοῦ γ´ ἤχου, «Τὴν αἰχμαλωσίαν Σιών», ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1976, σελ. 114.

2. Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ΕΠΕ 8, 358.



Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ! επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης



ΟΠΟΥ κι ἂν πᾶμε, ἀγαπητοί μου, κάθε λαὸς ἔχει τὴ θρησκεία του· καὶ οἱ Τοῦρκοι, καὶ οἱ Κινέζοι, καὶ οἱ Ἰάπωνες, καὶ οἱ ῾Ρῶσοι, καὶ οἱ Ἀ­φρικανοί, καὶ οἱ Εὐρωπαῖοι, καὶ οἱ Ἀμερικανοί, ὅλοι παντοῦ σὲ κάτι πιστεύουν ποὺ τὸ λένε θεό. Δὲ νοεῖ­ται ἄν­θρωπος ἄθεος. Κι ἂν καμμιὰ φο­ρὰ κάποιος κάνῃ τὸν ἄθεο, ὅταν βρεθῇ σὲ κίνδυ­νο θυμᾶ­ται τὸ Θεό, ἀπὸ ἀνάγκη ὅμως τότε.
Πολλὲς θρησκεῖες ὑπάρχουν. Ἂν τώρα ρω­τή­σετε, ποιά εἶνε ἡ ἀληθινὴ θρησκεία, κι ἂν ἐγὼ δὲν τὸ πῶ, καὶ οἱ πέτρες ἀκόμα καὶ τὰ ἄ­στρα τ᾿ οὐρανοῦ καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια θ᾽ ἀπαντήσουν· μόνη ἀ­ληθινὴ θρησκεία εἶ­νε ἡ δική μας, ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ. Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν εἶνε ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος ὅπως ἐμεῖς· εἶνε καὶ Θεὸς ἀληθινός, Θεάνθρωπος.
Ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεὸς τὸ φωνάζει ἡ διδα­σκαλία – τὰ λόγια του· μιὰ διδασκαλία ποὺ ποτέ ἄλλοτε δὲν ἀκούστηκε στὸν κόσμο καὶ πού, ἐὰν ὅλοι τὴν ἐφαρμόζαμε, ἡ γῆ θὰ ἦταν παρά­δεισος. Θεός λοιπόν, τὸ φωνάζει ἡ διδασκαλία του· Θεός, τὸ φωνάζει ὁ ἅγιος βίος του. Δὲν ἔ­­κανε καμμία ἀπολύτως ἁμαρτία κ᾽ εἶχε τὸ θάρ­ρος νὰ ρωτήσῃ «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰω. 8,46). Ὅτι εἶνε Θεὸς τὸ φωνάζουν ἀκόμα τὰ θαύματά του. Ἔκαναν καὶ οἱ ἅγιοι ὡρισμένα θαύματα, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἔ­κανε κάνει καὶ θὰ κάνῃ ἄπειρα, ἀμέτρητα θαύματα.
Δύο θαύματά του ἀναφέρει σήμερα τὸ εὐ­αγγέλιο, τὸ ἕνα μικρότερο καὶ τὸ ἄλλο μεγα­λύτερο. Τὸ πρῶτο, τὸ μικρότερο, εἶνε ὅτι θεράπευσε μιὰ γυναῖκα ποὺ ἔπασχε ἀπὸ ἀσθένεια, καὶ τὸ ἄλλο εἶνε ὅτι ἀνέστησε ἕνα νεκρὸ κορί­τσι. Ἂς δοῦμε μὲ συντομία τὸ πρῶτο θαῦμα.

* * *

Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, πῆγε σὲ μιὰ πόλι. Καὶ μόλις ὁ κόσμος τὸ ἔμαθε, ἔτρεξαν ὅ­λοι, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά, νὰ τὸν δοῦν. Ἦταν τόσος ὁ συνωστισμός, ποὺ μῆλο νὰ ἔρ­ριχνες δὲν ἔπεφτε κάτω. Σὲ μιὰ στιγμὴ ὁ Χριστὸς γυρίζει καὶ λέει· ―Ποιός μὲ ἄγγιξε; Οἱ μα­θηταὶ ἀπόρησαν καὶ τοῦ λένε· ―Κύριε, ἐ­δῶ ὅλος ὁ κόσμος σὲ πιέζει, κ᾽ ἐσὺ λές, Ποιός μὲ ἄγγιξε; Ἐκεῖνος ὅμως ἐπέμενε· ―Κάποιος μὲ ἄγγιξε· ἐγὼ αἰσθάνθηκα δύναμι νὰ βγαίνῃ ἀπὸ μένα. Τότε μιὰ γυναίκα, τρέμοντας, ἦρ­θε κι ἀ­φοῦ γονάτισε στὰ πόδια του εἶπε μπροστὰ σὲ ὅλους· ―Χριστέ, συχώρεσέ με, ἐγὼ ἤμουν ποὺ σὲ ἄγγιξα. Δώδεκα χρό­νια ἔπασχα ἀπὸ γυναι­κεία ἀσθένεια, αἱμορραγία. Πῆγα σὲ γιατρούς, πῆρα φάρμακα, ξώδεψα ὅλη τὴν περιουσία μου, μὰ γιατρειὰ δὲν εἶδα, κανένας δὲν μπόρεσε νὰ μὲ θεραπεύσῃ· ἐξακολουθοῦσα νὰ χάνω τὸ αἷ­μα μου. Ἀλλ᾽ ὅταν ἄκουσα ὅτι ἦρθες, εἶπα· Ἐσὺ θὰ μὲ κάνῃς καλά! Ἔτσι σὲ πλησίασα μὲ πίστι. Καὶ μόλις ἄγγιξα τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός σου, ἀμέσως γιατρεύτηκα. Τότε ὁ Χριστὸς τῆς εἶπε· «Θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. 7,48).
Μέσα σὲ τόσο κόσμο μιὰ γυναίκα εἶδε τὴ θε­ραπεία της. Καὶ μπορεῖ νὰ σκεφτῇ κανείς· Ἄχ, γιατί νὰ μὴ ζοῦσα κ᾽ ἐ­γὼ στὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, ν᾿ ἀγγίξω τὸ φόρεμά του νὰ γίνω καλά;…

* * *

Ὁ Χριστός, ἀγαπητοί μου, εἶνε ὁρατὸς καὶ ἀ­όρατος. Εἶνε στοὺς οὐρανούς, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ εἶνε καὶ στὴ γῆ. Ὅπως ὁ ἥλιος, ἂν καὶ εἶνε τόσο μακριά, δὲν δυσκολεύεται νὰ θω­πεύῃ τὸν πλανήτη μας, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς εὑρίσκε­ται ἐν μέσῳ ἡμῶν. Ὁ Χριστὸς εἶνε ἐδῶ. Ποῦ δη­λαδή; Εἶνε παντοῦ, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως στὴν Ἐκ­κλησία του. Ἐδῶ εἶνε ὁ Χριστός. Τὸ πιστεύεις; ἔ­λα στὴν ἐκκλησία. Ἐδῶ εἶνε ὁ Χριστός. Πῶς εἶνε ἐδῶ; Εἶνε στὰ ἅγια μυστήρια.
⃝ Εἶνε στὸ βάπτισμα. Τὴν ὥρα ποὺ μπαίνει τὸ παιδὶ μέσα στὴν ἱερὰ κολυμβήθρα καὶ ὁ ἱερεὺς λέει «Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ… εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος…», τελεῖται μυστήριο. Τὰ νερὰ τῆς κολυμβήθρας εἶνε ἱερὰ πλέον, εἶνε Ἰορδάνης ποταμὸς καὶ παραπάνω ἀπὸ τὸν Ἰ­ορδάνη. Μέσα στὰ νερὰ αὐτὰ ὁ ἄνθρωπος κα­θαρίζεται· ἀράπης μπαίνει – ἄγγελος βγαίνει, αὐτὴ εἶνε ἡ πίστι μας.
⃝ Ὁ Χριστὸς εἶνε στὴν κολυμβήθρα, στὸ ἅγιο βάπτισμα· εἶνε ἀκόμα, καὶ μάλιστα κατ᾽ ἐ­ξοχήν, στὴ θεία εὐχαριστία. Κάθε Κυριακὴ ἢ ἑ­ορτή, ὅταν χτυπᾷ ἡ καμπάνα καὶ οἱ Χριστια­νοὶ μαζεύον­ται γιὰ τὴ λειτουργία κι ὁ ἱερεὺς ντυμένος τὰ ἄμφια σηκώνῃ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ λέῃ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος…», τότε ἐκεῖ εἶνε ὁ Χριστός. Ἰδίως στὸ κρισιμώτερο σημεῖο, ὅταν εὐλογῇ τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον καὶ γίνωνται σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, ἐκεῖ εἶνε ὁ Χριστός. Κάθε ψίχουλο εἶνε ὁ Χριστὸς καὶ κάθε σταλαγματιὰ εἶνε ὁ Χριστός.
⃝ Στὴν κολυμβήθρα ὁ Χριστός, στὸ δισκοπότη­ρο ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς εἶνε ἀκόμα στὸ γάμο. Ὅταν ἔρχωνται στὸ ναὸ ἕνα νέο ζευγάρι νὰ στεφανωθοῦν, ὁ Χριστὸς εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ἑ­νώνει τὸν ἄντρα μὲ τὴ γυναῖκα. Καὶ «ὃ ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω» (Ματθ. 19,6). Ὅταν ἑνώνῃ ὁ Χριστός, αὐτὸ δὲν εἶνε πολιτικὸς «γά­μος», εἶνε χριστιανικὸς γάμος. Καί, ὅπως εἶ­πα πολλὲς φορές, μόνο τὸ φτυάρι τοῦ νεκρο­θάφτη πρέπει νὰ χωρίζῃ τὸ ἀντρόγυνο. Μέχρι θανάτου πρέπει νὰ εἶνε ἀγαπημένοι.
⃝ Ὁ Χριστὸς εἶνε σὲ ὅλα τὰ μυστήρια, εἶνε καὶ στὸ εὐχέλαιο. Ἀρρώστησες; δὲ λέω, θὰ καλέ­σῃς γιατρὸ καὶ θὰ πάρῃς φάρμακα. Ἀλλ᾽ ὅταν, ὅπως λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο, ξοδεύῃς καὶ θεραπεία δὲ γίνεται, τί πρέπει θὰ κάνῃς; Μὴν καλεῖς μάγους, ὅ­πως ἔκαναν σ᾿ ἕνα χωριὸ ποὺ συνέβη τὸ ἑξῆς. Ὁ καλὸς παπᾶς, κατὰ καθῆ­κον, πῆγε νὰ δῇ ἕ­ναν ἄρρωστο. Χτυποῦσε χτυποῦ­σε, καὶ κάποια στιγμὴ βγαίνει ἡ γυναίκα καὶ τοῦ λέει· —Φύγε, δὲ σὲ θέλουμε, ἔχουμε μέσα τὸ μάγο… Στὸ μάγο πίστευαν, ὄχι στὸ Χριστό. Ἀρρώστησες λοιπόν; κάλεσε τὸ γιατρό, ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ καλέσῃς τὸν ἱερέα γιὰ εὐ­χέλαιο. Μεγάλο πρᾶγμα τὸ εὐχέλαιο. Ἂν κάνῃς εὐχέλαιο μὲ πίστι, θεραπεύεσαι. Εἶνε πολλὲς οἱ περιπτώσεις ποὺ ἔγιναν θαύματα.
⃝ Ποῦ ἀλλοῦ εἶνε ὁ Χριστός; Στὴ μετάνοια καὶ ἐξομολόγησι – ἄλλο μεγάλο μυστήριο. Ἁμαρτάνεις; μετανόησε. Δὲ θὰ σὲ δικάσῃ ὁ Θεὸς γιατὶ ἁμαρτά­νεις. Τὸ ἁμαρτάνειν εἶνε ἀνθρώπινο, τὸ ἐμμένειν στὴν ἁμαρτία εἶνε σατανικό· μόνο ὁ σατα­νᾶς δὲ μετανοεῖ. Ἁμαρτάνεις; τρέ­ξε στὸν πνευματικὸ πατέρα νὰ ἐξομολογηθῇς, νὰ πῇς τὰ κρίματά σου· καὶ τότε ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ἐκεῖ παρών, θὰ σοῦ τὰ συχωρέσῃ ὅλα.

* * *

Ὁ Χριστὸς λοιπὸν εἶνε παντοῦ. Ἀλλὰ τί συμ­βαίνει μ᾽ ἐμᾶς· δὲν τὸν πλησιάζουμε ὅπως πρέπει, ὅπως τὸν πλησίασε ἡ αἱμορροοῦσα γυναίκα. Πρέπει νὰ τὸν πλησιάζουμε μὲ πίστι.
Ἕνας ἀσκητὴς εἶχε τὸ χάρισμα νὰ βλέ­πῃ τὶς ψυχές· ὄχι τὸν ἐξωτερικὸ ἄνθρωπο ἀλλὰ τὸν ἐσωτερικό. Πῆγε λοιπὸν καὶ στάθηκε ἔξω ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία κα­θὼς ἔμπαιναν οἱ χριστιανοί. Ὅ­λους τοὺς ἔ­βλεπε μαύρους, καὶ ἔκλαιγε. Ὅ­ταν ὁ παπᾶς εἶπε τὸ «Δι᾿ εὐχῶν» καὶ ἔβγαιναν, τοὺς εἶδε πάλι τὸ ἴδιο. Ὅπως μπῆκαν, ἔ­τσι βγῆκαν· μαῦροι μπῆκαν, μαῦροι βγῆκαν. Μόνο ἕνας, καθὼς ἔβγαινε ἦταν ἄσπρος. Ὁ ἀ­σκητὴς τὸν πλησίασε. ―Ὅταν ἔμπαινες, τοῦ λέει, ἡ ψυχή σου ἦταν μαύρη· τώρα σὲ βλέπω νὰ λάμπῃς· τί συνέβη; ―Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός, ἀπαντᾷ ἐκεῖνος. Ὅλες τὶς ἀτιμί­ες τὶς ἔ­χω κάνει· λῄστεψα, ἔσφαξα κόσμο, βγῆκα στὰ βουνά…. Ἀλλὰ σήμερα, μόλις ἄκου­σα τὴν καμ­πάνα, θυμήθηκα τὴ γιαγιά μου ποὺ μοῦ ᾿λεγε· Παιδί μου, ὅταν ἀκοῦς καμπάνα, νὰ τρέ­χῃς στὴν ἐκκλησία. Εἶχα τριάντα χρόνια νὰ ἐκκλησιαστῶ. Μπῆκα λοιπὸν μέσα μὲ δέος, ἔ­τρεμα· φοβόμουν μὴ πέσουν στὸ κεφάλι μου τὰ καν­τήλια κι ὁ πολυέλεος. Ἄκουσα ἀπὸ τὸν παπᾶ τὰ θεϊκὰ λόγια κι ἀναστέναξα. Θεέ μου, εἶπα, πόσο ἁμαρτωλὸς εἶμαι! Κ᾽ ἔκλαψα ὅταν βγῆ­καν τὰ ἅγια, ἔκλαψα ὅταν ἄκουσα τὸ «Λάβετε, φάγετε…»· ἔκλαψα ὅπως ποτέ ἄλλοτε στὴ ζωή μου. Καὶ εἶπα· Θεέ μου, συχώρεσέ με…
Εἴδατε; Αὐτὸς μαῦρος μπῆκε, ἄσπρος βγῆ­κε. Ἐμεῖς μαῦροι μπαίνουμε, μαῦροι βγαίνου­με. Ποιά ἡ ὠφέλεια τοῦ ἐκκλησιασμοῦ μας; Ἀ­πὸ μιὰ συνήθεια πᾶμε στὴν ἐκκλησία, παίρνου­με ἀντίδωρο κ.τ.λ.. Ἀλλ᾽ αὐτὸ δὲν μᾶς σῴζει. Θέλεις νὰ ὠφεληθῇς; Χτυπάει ἡ καμπάνα; ἔ­λα στὴν ἐκκλησία κι ἄκουσε τὰ θεῖα λόγια, ἀλ­λὰ μὲ πίστι· τότε θὰ γίνῃ τὸ θαῦμα· ὅπως τὴν παλιὰ ἐποχή, ποὺ ἔτρεχαν στὴν ἐκκλησία, στέκονταν ἀμίλητοι, προσεύχονταν μὲ δάκρυα, κ᾽ ἔβλεπαν θαύματα. Τώρα ἐμεῖς δὲ λατρεύουμε τὸ Θεό· παπᾶδες – δεσποτάδες, μικροὶ – μεγάλοι, ψεῦτες εἴμαστε. Εἴδατε τὴν αἱμορροοῦσα πῶς πίστευε; Γι᾽ αὐτὸ ἔγινε καλά.
Νὰ ζητήσουμε λοιπὸν νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς πίστι. Νὰ πιστεύουμε κ᾽ ἐμεῖς ὅπως οἱ πρόγονοί μας, ὅπως οἱ μάρτυρες καὶ ὁμολογηταί, ὅ­πως ἡ Παναγία μας καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι. Κι ὅπως τὸ μικρὸ παιδὶ ὅταν κινδυνεύῃ τρέχει καὶ φωνάζει «μάνα» καὶ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας του νιώθει ἀσφάλεια, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς νὰ πλησιάζουμε τὸ Χριστό μας μὲ μετά­νοια πραγματική. Τότε θὰ δοῦμε στὴ ζωή μας τὸ μεγάλο θαῦμα.
Ὁ Θεὸς δὲ διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου νὰ ἐλεήσῃ πάντας ἡμᾶς· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος


Ο δαιμονιζόμενος των Γαδαρηνών από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο



ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ: Η σημερινή ευαγγελική περικοπή που αναφέρεται στο θαύμα του δαιμονισμένου των Γαδαρηνών, αποκαλύπτει μια τραγική πτυχή στη ζωή του ανθρώπου, αλλά ταυτόχρονα μεταφέρει το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα στη ζωή του. Η τραγικότητα εστιάζεται στο θέμα της κυριαρχίας του Σατανά, η οποία αποτυπώνει μια ακαταστασία στην καθημερινή ζωή του ανθρώπου που έχει να κάνει με τον εγκλωβισμό του στα δεσμά της δουλείας και του θανάτου.

Από την άλλη αποκαλύπτεται ο Χριστός ως μεγάλη μας ελπίδα, γιατί είναι εκείνος που μάς ελευθερώνει από τα έργα και τις δυνάμεις του σατανά και αποκαθιστά την ύπαρξή μας στο αληθινό της μεγαλείο. Η Εκκλησία δεν σταματά να διακηρύσσει διά στόματος του αποστόλου Παύλου ότι ο Κύριος ήλθε στον κόσμο «ίνα καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τούτ΄ έστι τον διάβολον». Ο Χριστός είναι τελικά ο μεγάλος ελευθερωτής.

Ο ΔΑΙΜΟΝΙΖΟΜΕΝΟΣ: Μόλις έφτασε ο Κύριος στη χώρα των Γαδαρηνών, Τον συνάντησε κάποιος άνθρωπος που είχε κυριευθεί από πολλά δαιμόνια επί πολλά χρόνια και είχε αποθηριωθεί. Δεν φορούσε ρούχα, δεν έμενε σε σπίτι, τριγυρνούσε στα μνήματα. Και επειδή τα δαιμόνια τον έφερναν σε κατάσταση αγριότητας, τον έδεναν οι άνθρωποι από φόβο με αλυσίδες. Αλλά αυτός τις έσπαζε και εξαγριωμένος σερνόταν βίαια από τους δαίμονες στις ερημιές.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ: Αυτό το «αγρίμι» λοιπόν που τρομοκρατούσε τον κόσμο, τώρα τρομοκρατήθηκε καθώς αντίκρισε τον Κύριο, κι από το φόβο του έβγαλε δυνατή κραυγή. Και πέφτοντας στα πόδια του Χριστού, φώναξε δυνατά: “Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σε μένα και σε σένα, Ιησού, Υιέ του Θεού του υψίστου; Σε παρακαλώ, μη με βασανίσεις και με κλείσεις από τώρα στα σκοτάδια του Άδη”.

“Ποιο είναι το όνομά σου;” τον ρώτησε ο Κύριος. Κι εκείνος απάντησε “Λεγεών”, δηλαδή ταξιαρχία. Διότι είχε μέσα του πολλά δαιμόνια. Τότε τα δαιμόνια αυτά άρχισαν να παρακαλούν και πάλι τον Κύριο να μην τους στείλει στα ερέβη του Άδη, αλλά καθώς υπήρχε εκεί κοντά στο βουνό ένα κοπάδι από γουρούνια που έβοσκαν, Τον παρακαλούσαν να τους επιτρέψει να μπουν στα ζώα αυτά. Ο Κύριος τους το επέτρεψε. Ακολούθησε ένα φρικτό θέαμα: μόλις τα δαιμόνια μπήκαν στους χοίρους, το κοπάδι όρμησε μανιασμένα προς το γκρεμό και τα ζώα έπεσαν κάτω στη λίμνη και πνίγηκαν.

Η ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ: Μέσα από το θαύμα μπορούμε να δούμε σε ποια κατάσταση οδηγεί ο διάβολος κάθε άνθρωπο που κυριεύει. Τα ακάθαρτα πνεύματα εισερχόμενα στον άνθρωπο, του σαλεύουν νου και ψυχή, απογυμνώνοντάς τον απ’ τη χάρη του Θεού. Τον καθιστούν ακυβέρνητο, κτηνώδη και δαιμονιώδη, οδηγώντας τον μακριά από τους οικείους, σε τόπους φρίκης και θανάτου. Διότι οι δαίμονες, επειδή μισούν Θεό και άνθρωπο, αισθάνονται άφατη ηδονή να ταλαιπωρούν τα όντα του Θεού και να τα οδηγούν στο θάνατο. Το καταχθόνιο αυτό έργο το επιτελούν όχι μόνο στους δαιμονισμένους αλλά σε κάθε άνθρωπο. Ενώ όμως όλοι μας ξέρουμε πόσο κακό προξενούν αλλά και την πανουργία τους, συχνά δελεαζόμαστε από τις υποσχέσεις τους, παρασυρόμαστε και γινόμαστε σκλάβοι στα πάθη και στην εξουσία τους! Γι΄αυτό δεν πρέπει να δίνουμε δικαιώματα στον διάβολο. Θα μας απομακρύνει από το δρόμο του Θεού, καθιστώντας μας ακοινώνητους και θα μας οδηγήσει στην αιώνια απώλεια. Αξίζει όμως να πούμε λίγα λόγια για την κοινωνικότητα που είναι έκδηλη στη ζωή του πιστού σε αντίθεση με την αντικοινωνικότητα που καθίσταται βρόχος στη ζωή του κάθε δαιμονιζόμενου.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑ: Ο χριστιανός εκδηλώνει αυθεντικά την κοινωνικότητά του σ’ ένα πολύ πιο υψηλό επίπεδο. Στον Θεό και με τον Θεό ανακαλύπτει την αληθινή αγάπη και κοινωνεί με όλο τον κόσμο. Όπως ο Χριστός, αφήνει τον εαυτό Του να γίνει πλησίον για κάθε άνθρωπο. Ο χριστιανός δεν μπορεί να αισθάνεται πληρότητα όταν κλείνεται στον εαυτό του και αδιαφορεί για τις ανάγκες του πλησίον του. Ιδιαίτερα στις μέρες μας που η οικονομική κρίση αφήνει πίσω της ανθρώπους που στοιβάζονται στους δρόμους χωρίς εργασία, ανέστιοι, πεινώντες και διψώντες, η αδιαφορία και το προσπέρασμά τους δεν είναι καθόλου συμβατά με την ευαγγελική αλήθεια. Η Εκκλησία, όπως σημειώνει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, είναι τύπος και εικόνα «του σύμπαντος κόσμου». Αυτό φανερώνει σίγουρα όχι μόνο τη θέση των χριστιανών μέσα στην κοινωνία, αλλά και την αποστολή της Εκκλησίας στον κόσμο.

Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ: Εν συνεχεία το μανιασμένο αυτό «αγρίμι», για να επανέλθουμε στην περικοπή, έγινε ταπεινός μαθητής του Κυρίου. Τρομοκρατημένοι οι χοιροβοσκοί έτρεξαν στην πόλη και ανήγγειλαν το φοβερό γεγονός. Κι άρχισαν οι κάτοικοι της περιοχής να βγαίνουν έκπληκτοι να δουν τι έγινε. Μόλις όμως αντίκρισαν τον πρώην δαιμονισμένο να κάθεται ήρεμα δίπλα στον Κύριο ντυμένο και μυαλωμένο, φοβήθηκαν. Και όλοι με μία φωνή, αντί να ζητήσουν από τον Κύριο να μείνει κοντά τους, Τον παρακάλεσαν να φύγει από τον τόπο τους, επειδή φοβήθηκαν μην τιμωρηθούν κι αυτοί για τις ανομίες τους [για παράδειγμα η εκτροφή χοίρων, κατά το Νόμο, ήταν τότε απαγορευμένη]. Και ο Κύριος έφυγε από κοντά τους. Αντίθετα ο άνθρωπος που θεραπεύτηκε Τον παρακαλούσε να μένει μαζί του. Ο Χριστός όμως του είπε: “Γύρισε στο σπίτι σου για να διηγείσαι τις ευεργεσίες που σου έκανε ο Θεός”. Κι εκείνος έγινε με το λόγο του και με τη ζωή του μάρτυρας της αγάπης του Κυρίου. Έγινε φωτεινό παράδειγμα στον τόπο του και φορέας της χάριτος του Χριστού. Αυτός που απέφευγε κάθε ανθρώπινη κοινωνία έγινε κήρυκας του Κυρίου.

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣΤΗΣ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ: Η ευαγγελική αυτή περικοπή μας κάνει ξεκάθαρο ότι οι δυνάμεις του σκότους βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο και την εξουσία του Κυρίου. Και ότι ο Χριστός είναι ο παντοδύναμος εξουσιαστής των πάντων. Μπροστά του τρέμουν οι δαίμονες, εξαφανίζονται. Σ’ αυτό λοιπόν το δαιμονοκρατούμενο “σήμερα”, όπου πολλοί άνθρωποι παραμορφώνονται παρασυρμένοι από την αρπακτική μανία του διαβόλου, οι πιστοί Χριστιανοί δεν πρέπει να φοβούνται ή να αγωνιούν. Στα χέρια του Χριστού είναι η ιστορία του κόσμου και η δική μας. Αυτός κυβερνά τα σύμπαντα, στα χέρια του είναι η ζωή μας. Ο διάβολος δεν έχει καμία εξουσία επάνω μας, εάν εμείς δεν του τη δώσουμε με την συγκατάθεσή μας. Ας εμπιστευόμαστε λοιπόν τη ζωή μας στον βασιλέα της κτίσεως Κύριο Ιησού, ζώντας μέσα στη χάρη των ιερών Μυστηρίων, για να ασφαλιζόμαστε κάτω από την κραταιά εξουσία του και να πλημμυρίζουμε από το φως του.

Ο ΑΓΩΝΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Το συμβάν αυτό δείχνει την πραγματική χριστιανική ελευθερία. Όταν το Άγιο Πνεύμα πλησιάζει τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν χάνει τον εαυτό του, την προσωπικότητά του· το αντίθετο μάλιστα: μεταβάλεται από άτομο σε ξεχωριστό πρόσωπο. Δεν χάνει τη λογική του, κάτι που συμβαίνει όταν ο άνθρωπος ρέπει επικίνδυνα προς την αμαρτία και τελικά δαιμονίζεται. Ο άνθρωπος όταν δαιμονισθεί γίνεται παράλογος, ενεργεί για λογαριασμό άλλου, γίνεται αλλόφρων και μιλά με άλλη φωνή. Μεταμορφώνεται ακόμα και σε «χοίρο»! Φθάνει να μην αναγνωρίζει τον εαυτό του και να είναι έρμαιο των παθών του. Τελικά, ο άνθρωπος αλλοτριώνεται από την αμαρτία και αλλάζει.

Αποκόπτεται από τον Θεό. Ο διάβολος βγάζει το ιμάτιο του ανθρώπου, δηλαδή τη στολή του βαπτίσματος, κι εκείνος νεκρώνεται. Ο άγιος Μάξιμος αναφέρει ότι τότε «όλος ο άνθρωπος, σώμα και ψυχή, υπόκειται στην επήρεια και αιχμαλωσία του σατανά». Ο Χριστός όμως έρχεται και ζωοποιεί τον άνθρωπο και τον βοηθά στη δύσκολη πορεία του, γίνεται η σκιά του. Αρκεί ο άνθρωπος να το ζητήσει! Με την αδιάλειπτη προσευχή καθώς και με τη συμμετοχή του στη Θεία Ευχαριστία και στα άλλα Μυστήρια της Εκκλησίας. Είναι έτσι, πλησίον του παρηγορώντας τον και δίνοντάς του κουράγιο να συνεχίσει. Αν μετανοήσει, ο Χριστός τον παίρνει από το χέρι και τον μεταφέρει στον αληθινό κόσμο, τον ουράνιο, γίνεται φίλος του και βασιλεύει στην καρδιά του η γαλήνη και η αγαλλίαση. Η συνεχής προσευχή επικοινωνία με το Θεό δυναμώνει τον άνθρωπο και λειτουργεί ως «πανοπλία» για να αμυνθεί στον πειράζοντα διάβολο. Χρειάζεται βέβαια διαρκής αγώνας και εγρήγορση ώστε να είμαστε προετοιμασμένοι για τις επιθέσεις του πονηρού. Ο αληθινά πιστός άνθρωπος, που αγαπά το Θεό, με όλη την ψυχή και τη διάνοιά του, δεν επαναπαύεται αλλά είναι πάντοτε ετοιμοπόλεμος. Ο άνθρωπος μπορεί και σήμερα να δεχθεί στη ζωή του τον ελευθερωτή Χριστό. Είναι ο μόνος που δύναται να τον απαλλάξει από κάθε καταλυτική δύναμη του κακού και τις δυνάμεις του. Ο Χριστός με την αλήθεια του διασώζει στον άνθρωπο όλα τα χαρακτηριστικά της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας του. Τον αποκαθιστά στην πιο αυθεντική κοινωνικότητα «ιματισμένον και σωφρονούντα».

ΟΙ ΣΗΜΕΡΙΝΟΙ ΓΑΔΑΡΗΝΟΙ: Αξίζει ν’ αναφερθούμε και στη συμπεριφορά των κατοίκων της περιοχής μετά τη θεραπεία του δαιμονιζόμενου. Όλοι αυτοί οι κάτοικοι θυμίζουν τον σημερινό υλιστή άνθρωπο, που προδίδει το Θεό για τα πάθη και την «καλοπέρασή» του. Γράφει σχετικά ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: “«ο χοιρώδης βίος εξ αιτίας της ακαθαρσίας του, συμβολίζει κάθε πονηρόν πάθος. Και χοίροι είναι κυρίως αυτοί που περιφέρουν τον ρυπωμένον από την σάρκα χιτώνα.

Προϊστάμενοί τους, ένα είδος βοσκών, είναι εκείνοι που υπερέχουν από αυτούς στην ηδυπάθεια, και λαμβάνουν πρόνοιαν για την σάρκα και την δίαιτά τους, εις τρόπον ώστε να εκπληρώνουν την επιθυμία τους.” Ως άλλοι Γαδαρηνοί, κι εμείς σήμερα συχνά εκδιώκουμε τον Θεό από την ζωή μας γιατί δεν μας «συμφέρει». Δεν συμφέρει τα πάθη μας, γιατί ο νόμος του Θεού στέκεται «εμπόδιο» στην αμαρτωλή μας διάθεση και ενοχλεί τα αυτιά μας. Ο λόγος Του και η παρουσία Του εμποδίζουν την διάπραξη της πολυαγαπημένης μας αμαρτίας! Μόνο που δεν κάνουμε τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από ό,τι κάνει η πεταλούδα που πλησιάζει ακόρεστα το φως μέχρι που καίγεται. Και τότε ο άνθρωπος βλέπει την υποτιθέμενη «οργή» του Θεού ή την «τιμωρία» Του. Και δεν βλέπει ποτέ την δική του αμαρτία και τις επιπτώσεις της!

ΠΑΡΑΘΕΜΑ. Ο Α. ΓΡΗΓΌΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥΣ: «Ο ων εκ του Θεού τα ρήματα του Θεού ακούει», λέγει ο Κύριος. Δηλαδή υπακούει στις εντολές του Θεού, και μετατρέπει τους λόγους σε έργα, ζει και πολιτεύεται κατά Χριστόν, εκτελεί το θέλημα του Ουρανίου Πατρός, και γίνεται «κληρονόμος μεν Θεού, συγκληρονόμος δε Χριστού». Όποιος όμως παρακούει τον Θεό, διαπράττει την αμαρτίαν, και επιδίδεται σ’ αυτήν αμετανοήτως.

Είναι δούλος της αμαρτίας και ουκ έστιν εκ του Θεού, αλλά εκ του πονηρού», αφού με την κακήν προαίρεση μεταπλάσσει την φύση την οποίαν έλαβεν από τον Θεόν, και την εξομοιώνει με τον πατέρα της απωλείας. [...] Αυτού του είδους οι άνθρωποι είναι αθλιότεροι και από τους φανερά δαιμονιζομένους, έστω και αν διαφεύγουν την προσοχή των πολλών. Πράγματι, ενώ οι δαιμονιζόμενοι κατακόπτουν τα σώματά τους και μερικές φορές βλάπτουν σωματικώς όποιους συναντούν, εκείνοι που δια των πονηρών επιθυμιών έχουν εξομοιωθεί με τον αρχέκακον εχθρό, διαφθείρουν τις ψυχές τις ιδικές τους και όσων τους συναναστρέφονται απρόσεκτα. Και ενώ οι πρώτοι στον καιρό του θανάτου αποβάλλουν μαζί με το σώμα και την επήρεια των δαιμόνων, οι δεύτεροι, επειδή αμαρτάνουν αμετανοήτως, έχουν αθάνατον και αναπόβλητον την βλάβην. Επίσης, τον ενοχλούμενον φανερώς από τον δαίμονα όλοι τον λυπούμεθα όταν τον αντικρύσωμε, ενώ τον φονέα και τον φιλάργυρον, τον υπερήφανον και τον αναίσχυντον, και τον ανυπότακτον και όλους τους ομοίους των, όχι μόνον δεν τους λυπούμεθα, αλλά και τους μισούμε. Διότι ο ένας περιπίπτει στο πάθος ακουσίως, ενώ ο φιλαμαρτήμων, προσελκύει ελευθέρως το κακόν, μερικές φορές μάλιστα αποκρύπτοντας την βλαπτικότητα και την κακοήθεια της νόσου του.

Επειδή όμως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν την εναντίον μας μανίαν του διαβόλου, από τις επιθέσεις εκείνου κατά της ψυχής και από την συνεργία του στην αμαρτία, παρεχώρησεν ο Θεός να υπάρχουν και κατά το σώμα δαιμονοφόρητοι, ώστε να μάθουμε από αυτούς όλοι, πόσον φοβερά είναι η κατάστασις της ψυχής που έκαμε τούτον ένοικόν της δια των πονηρών έργων. Όταν δε ο Μονογενής Υιός του Θεού, από απροσμέτρητον πέλαγος φιλανθρωπίας, έκλινεν ουρανούς και κατήλθε στην γη, για να ελευθερώσει τις ψυχές μας από την τυραννία του διαβόλου, απεδίωκε τα δαιμόνια και από τους φανερά κατά το σώμα δαιμονιζομένους. Το έκαμε αυτό για να παρουσιάσει και να επιβεβαιώσει με την φανερώς ενεργουμένην ελευθερία και ίαση, την γινομένην κρυπτώς ελευθερία και ίαση της ψυχής. Κυρίως γι’ αυτό λοιπόν απομακρύνει τους δαίμονες από τους δαιμονιζομένους, για να μάθωμε ότι αυτός είναι που τους αποδιώκει και από τις ψυχές μας, και μας χαρίζει την αιωνίαν ελευθερίαν.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά, ΕΠΕ τομ. 11. "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 347 και εξής. Επιμέλεια: Δημήτρης Δημουλάς. Χριστάκης Ευσταθίου, Εκκλησία Κύπρου: Πρόσωπο και κοινωνία, «Ιματισμένον και σωφρονούντα». Ο Σωτήρ, τεύχος 1987.

Χριστιανοὶ χωρὶς κρατούμενα



«Ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν»

Ἡ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν ἦταν τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἀνάστατη. Τὴν ἐπισκέφθηκε ὁ Θεάνθρωπος φανερώνοντας τὴ θεϊκή Του δύναμη: Ἐλευθέρωσε ἕνα δαιμονισμένο ἀπὸ τὰ δαιμόνια ποὺ τὸν εἶχαν κυριεύσει, καὶ συγχρόνως ἔδωσε στὰ πνεύματα αὐτὰ τὴν ἄδεια νὰ εἰσέλθουν σ᾿ ἕνα μεγάλο κοπάδι χοίρων ποὺ ἔβοσκε ἐκεῖ κοντά. Οἱ χοῖροι ὑπὸ τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια ὅρμησαν στὸν γκρεμὸ καὶ πνίγηκαν στὴ λίμνη.

Ὁ Κύριος ἐπέτρεψε αὐτὴ τὴν καταστροφή, διότι ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος ἀπαγόρευε στοὺς Ἰσραηλίτες νὰ τρῶνε χοιρινὸ κρέας – καὶ ἑπομένως ἡ ἐκτροφὴ χοίρων ἦταν παράνομη. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ἡ ἀντίδραση τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς ἀπέναντι στὰ ὅσα συνέβησαν: Παρακάλεσαν ὅλοι τους μὲ μιὰ γνώμη τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὴ χώρα τους. Αἴτημα παρανοϊκό. Ἂς δοῦμε ὅμως τί σημαίνει αὐτὸ τὸ αἴτημα καὶ πῶς ἀφορᾶ στὸν καθένα μας.

1. Αἴτημα ποὺ δείχνει ἀμετανοησία

Γιατί οἱ κάτοικοι τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ φύγει ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορά τους; Ἐπειδὴ φοβήθηκαν – τὸ ἀναφέρει σαφῶς τὸ ἱερὸ κείμενο: «ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο»· κυριεύθηκαν ἀπὸ μεγάλο φόβο. Ἀλλὰ δὲν τρόμαξαν ἁπλῶς ἀπὸ ἕνα παράδοξο θαυμαστὸ γεγονός, ἀπὸ τὸ ὅτι ἐξοντώθηκε ὁλοσχερῶς ἕνα μεγάλο κοπάδι χοίρων σὲ ἐλάχιστο χρόνο, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στὴ χώρα τους.

Εἶδαν τὸν περιβόητο ἐκεῖνο δαιμονισμένο, ποὺ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς, νὰ κάθεται «ἱματισμένος καὶ σωφρονῶν» στὰ πόδια τοῦ Κυρίου. Ἄκουσαν ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες μάρτυρες «πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς». Κατάλαβαν δηλαδὴ ὅτι ὁ παράδοξος αὐτὸς ἐπισκέπτης, ὁ Κύριος, ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ διαχειριζόταν θεϊκὴ δύναμη. Κατάλαβαν ὅτι ἡ ἐξόντωση τοῦ κοπαδιοῦ τους ἦταν δίκαιη τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ θεληματικὴ παρανομία τους.

Ἀναγνώρισαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ δὲν τὴν ἀποδέχθηκαν. Ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος στὸν τόπο τους νὰ τοὺς καλέσει σὲ μετάνοια καὶ σωτηρία, ἀλλὰ ἐκεῖνοι προτίμησαν τοὺς χοίρους τους, τὸ δικό τους θέλημα, ὄχι τὸ θέλημα καὶ τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ. Κυριεύθηκαν ὄχι ἀ­πὸ τὸν εὐλαβὴ φόβο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ­δηγεῖ σὲ μετάνοια καὶ ἀλλαγὴ ζωῆς· κυριεύθηκαν ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ ἀμετανόητου ἐνόχου ποὺ δὲν θέλει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν ἁμαρτία του. Τὸ αἴτημά τους λοιπὸν πρὸς τὸν Κύριο δείχνει τὴν πεισματικὴ ἀμετανοησία τους.

2. Ὁλοκληρωτικὰ παραδομένοι στὸν Κύριο

Τὸ τραγικὸ παράδειγμα τῶν κατοίκων τῶν Γαδαρηνῶν δὲν ἀφορᾶ μόνο σὲ ὅσους συνειδητὰ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφορᾶ καὶ σ᾿ ἐμᾶς τοὺς πιστούς. Μὲ ποιὰ ἔννοια;

Εἶναι ἐνδεχόμενο κάποιος πιστός, ἂν καὶ ἀγωνίζεται νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἴσως ἔχει καὶ κάποιες ἐπιδόσεις στὴν πνευματι­κὴ ζωή, ὅμως συνειδητὰ νὰ μὴ συμμορ­φώνεται τελείως μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· νὰ ὑπάρχουν μέσα του κάποιες περιοχές, ἢ ἔστω μία, σὰν τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, ὅπου θέλει νὰ βόσκει ἀνενόχλητος τοὺς χοίρους του, νὰ κάνει τὸ δικό του θέλημα.

Πιὸ συγκεκριμένα, εἶναι πρόθυμος νὰ κάνει νηστεῖες, προσευχές, ἐλεημοσύνες, νὰ διακονεῖ στὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δὲν θέλει π.χ. νὰ συγχωρήσει τὸν ἀδελφό του ποὺ τὸν ἀδίκησε στὴ δια­νομὴ τῆς πατρικῆς κληρονομιᾶς, δὲν ἀποφασίζει νὰ φροντίσει τὸ ἀδύνατο σημεῖο του καὶ νὰ πολεμήσει ἀποφασιστικὰ τὸ πάθος ποὺ κυρίως τὸν πολεμᾶ, τὸν θυμό, τὴν κατάκριση, τὴ λαιμαργία ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς τὸν ἐλέγχει καὶ τοῦ ὑποδεικνύει τὴν ἁμαρτία του, εἴτε διὰ τοῦ Πνευματικοῦ εἴτε διὰ θλίψεων ἢ δι᾿ ἄλλου τρόπου, ἀντιδρᾶ, ταράζεται, ἀρνεῖται.

Ἀλίμονο στὸν πιστὸ ποὺ γνώρισε τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν παραδόθηκε στὸ Χριστὸ μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, χωρὶς κρατούμενα! Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει μέρος στὴ Βασιλεία Του;

***

Τελικὰ οἱ κάτοικοι τῶν Γαδαρηνῶν καὶ ὄχι ὁ δαιμονισμένος ἔπασχαν ἀπὸ τὴν πιὸ ἐπικίνδυνη δαιμονικὴ ἐπήρεια, διότι αὐτοὶ ἁμάρταναν μὲ τὴ θέλησή τους, ἐνῶ ὁ δαιμονισμένος ἦταν ἁπλῶς θύμα τῶν δαιμόνων. Ἂς φοβηθοῦμε λοιπὸν τὸν ἑαυτό μας, μήπως ἔχουμε κρατούμενα ἀπέναντι στὸν Κύριό μας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂς θαυμάσουμε τὴν ἀκατανίκητη δύναμη τοῦ Κυρίου ἀπέναντι στοὺς δαίμονες καὶ κυρίως τὴν ἄφατη ἀγάπη καὶ ἀνεξικακία Του, ὁ Ὁποῖος σεβάστηκε μὲν τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων ἐκείνης τῆς περιοχῆς, ἀλλὰ καὶ δὲν παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία Του νὰ τοὺς σώσει: Ἄφησε στὰ μέρη τους κήρυκα τῶν θαυμασίων Του τὸν πρώην δαιμονισμένο.

Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριός μας εἶναι ἕτοιμος, ἂν τὸ θέλουμε καὶ τὸ προσπαθοῦμε, νὰ ἐκμηδενίσει καὶ στὴ δική μας ζωὴ τὰ ἐμπόδια ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὥστε νὰ ἐνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ Τὸν δοξάζουμε στοὺς αἰῶνες.


Εποχή δαιμονική / Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου



Ενας ἅγιος, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τοὺς πιὸ με­γάλους διδασκάλους τῆς ἁγίας μας Ἐκκλη­σίας, ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος, τοῦ ὁποίου ἀναξίως φέρω τὸ ὄνομα, εἶπε ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε πνευματικὸς καθρέφτης. Ὅπως στὸν καθρέφτη βλέπουμε τὴ μορφή μας καὶ εὐπρεπιζόμαστε, ἔτσι στὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε ὄχι τὸν ὁρατὸ ἄνθρωπο, ἀλλὰ τὸν ἀόρατο ἑαυτό μας, τὶς κα­κίες καὶ τὰ πάθη μας, γιὰ νὰ τὰ δι­ορθώνου­με. Κι ὅπως δὲν ὑπάρχει σπίτι, ἀκόμα καὶ τὸ πιὸ φτωχό, χωρὶς καθρέφτη, ἔτσι δὲν πρέ­πει νὰ ὑπάρχῃ οἰκογένεια χωρὶς Εὐ­αγγέλιο.
Σήμερα λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία ἔβαλε μπρο­στά μας πάλι τὸν πνευματικὸ καθρέφτη καὶ μέσα σ᾽ αὐτὸν βλέπουμε τὸν ἑαυτό μας. –Τὸν ἑαυτό μας; θὰ πῆτε· μὰ δὲ μιλάει γιὰ μᾶς τὸ εὐ­αγγέλιο. Καὶ ὅμως. Ἐλᾶτε νὰ δοῦμε μὲ συν­τομία τί μᾶς λέει ἡ περικοπὴ καὶ πῶς σ᾽ αὐτὴν καθρεφτίζεται ὁ ἑαυτός μας.

* * *

Τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀγαπητοί μου, στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος ἦταν χτισμένο ἕνα χωριὸ ποὺ τὸ ἔλεγαν Γάδαρα. Στὸ χωριὸ αὐτὸ ζοῦ­σε ἥσυχα ἕνας νέος. Ἐνῷ ὅμως ἦταν ἡ χαρὰ καὶ τὸ καμά­ρι τῶν γονέων του, ξαφνικὰ ὁ ἄνθρω­πος αὐτὸς ἄλλαξε. Τὸ μυαλό του θόλω­σε, ἡ γλῶσσα του μπέρδεψε καὶ ἄρχισε νὰ βγάζῃ ἄ­σχημα λόγια. Ὠργιζόταν, θύμωνε, χτυπιόταν, ἔσχιζε τὰ ροῦχα του καὶ παρουσιαζόταν γυμνός, ὅπως τὸν γέννησε ἡ μάνα του. Ἔβγαινε ἔξω, ἔτρεχε δεξιὰ κι ἀριστερά. Τὴ νύχτα δὲν κοιμόταν στὸ σπίτι ἀλλὰ στὰ νεκροταφεῖα, μέσ᾿ στὰ μνήματα. Πήγαιναν συγγενεῖς καὶ φί­­λοι νὰ τὸν πιάσουν, τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες, ὄχι μὲ σχοινιά, κι αὐτὸς εἶχε τέτοια πρωτοφανῆ δύναμι ποὺ ἔσπαζε τὶς ἁλυσίδες ὅ­πως σπάει κανεὶς τὶς κλωστές. Ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος ὅλης τῆς περιοχῆς· κανείς δὲν τολμοῦσε νὰ περάσῃ ἀπ᾽ τὸ μέρος ἐκεῖνο.
Τί ἦταν, τρελλός; Μακάρι νὰ ἦταν τρελλός. Ὑπάρχει κάτι χειρότερο ἀπ᾽ τὴν τρέλλα, κι ἂς μὴν τὸ πιστεύουμε κι ἂς μὴ θέλουμε νὰ τὸ ἀν­τιληφθοῦμε. Ὁ νέος αὐτὸς ἦταν δαιμονισμένος, «εἶχε δαιμόνια» λέει τὸ εὐαγγέλιο (Λουκ. 8,27). Κάποια στιγμὴ ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς ψυχῆς του καὶ δέχτηκε μέσα του τὸ σατανᾶ, τὸν διάβολο. Κι ἀπὸ τὴν ὥρα ἐκείνη ἔχασε πλέον τὸν ἔλεγχο, τὸ κοντρὸλ τοῦ ἑαυτοῦ του· καὶ κον­τρὸλ τοῦ ἀνθρώπου εἶνε τὸ μυαλό. Τὸ τιμόνι του δὲν τὸ εἶχε πλέον ὁ ἴδιος, τὸ εἶχε ὁ σατανᾶς, τὸ πνεῦμα τὸ πονηρό. Ἀπὸ ᾽κείνη τὴ στιγμὴ ἔχασε τὴν ταυτότητα καὶ τὴν προσωπικότητά του· ἦταν ἕνα ρομπότ, τὸ ὁ­ποῖο κινοῦσε ὡς ἐνεργούμενο ὁ σατανᾶς. Ὅ,τι ἔλεγε ἐκεῖνος, ἔπραττε αὐτός· ἦταν ὄρ­γανο σατανικό.
–Μά, θὰ πῆτε, ἔρχεσαι τώρα, στὸν αἰῶνα αὐ­­τό, καὶ μᾶς λὲς πὼς ὑπάρχουν δαίμονες καὶ δαι­μονισμένοι ἄνθρωποι; Τί παραμύθια εἶν᾽ αὐτά; Ἔτσι ζητᾶτε νὰ ναρκώσετε τὸ λαὸ καὶ τὸν βάζετε νὰ πιστεύῃ σὲ τέτοια…
Τὸ Εὐαγγέλιο δὲν λέει παραμύθια, κηρύττει τὴν ἀλήθεια. 

Τέτοια ἔλεγε κ᾽ ἕνας ἄπιστος ἀ­στροναύτης, ποὺ βγῆκε λίγο ἔξω ἀπὸ τὴ γήινη ἀτμόσφαιρα κι ὅταν γύρισε εἶπε ὅτι δὲ συνάν­τησε πουθενὰ ἐκεῖ ἀγγέλους. Καὶ τὸ πῆραν αὐτὸ καὶ τὸ ἔγραψαν σὲ σχολι­κὸ βιβλίο, γιὰ νὰ διδάσκωνται τὰ παιδιὰ τὴν ἀ­θεΐα. Σὲ κάποιο σχολεῖο λοιπὸν ρωτοῦσε ἡ δα­σκάλα· –Ποιός εἶδε, παιδιά, ἀγγέλους; ὁ ἀ­στροναύτης μας πέ­ταξε στὸ διάστημα καὶ δὲν εἶδε κανέναν ἄγγελο. Τότε ἕνας μικρὸς –φωτίζει ὁ Θεὸς ἀθῷα πλάσματα– ἀποστόμωσε τὴ δασκάλα λέγον­τας· –Κυρία, πέταξε πολὺ χα­­μηλά· ἂν πετάξῃ ψη­λότερα, θὰ τοὺς δῇ! Καὶ τί ἦταν πρά­γματι τὸ ἅλμα ἐκεῖνο τοῦ ἀστροναύ­του; Οὔτε ἕνα μικρὸ βῆμα δὲν εἶχε κάνει, καὶ βεβαίωνε ὁ ἀ­λαζὼν ὅτι δὲν εἶδε ἀγγέλους.
Ὑπάρχει πνευματικὸς κόσμος ἀόρατος. Κι ἂν δὲν τὸν βλέπουν τὰ φυσικά μας μάτια, μᾶς βεβαιώνουν γι᾽ αὐτὸν πολλὲς ἐνέργειές του ὁ­ρατὲς καὶ αἰσθητές. Καὶ στὸν κόσμο αὐτὸν δὲν ἀνήκουν μόνο οἱ ἄγγελοι· ἀνήκουν καὶ οἱ δαίμονες. Καὶ κυριαρχοῦν δυστυχῶς στὴν ἀν­θρωπότητα. Κ᾽ εἶνε ἀναίσθητος ὅποιος δὲν τὸ νιώθει καὶ τυφλὸς ὅποιος δὲν τὸ βλέπει.
Δαιμόνια καὶ δαιμονιζόμενοι; Πλῆθος. Θέλε­τε μερικὰ παραδείγματα; Νά· χθὲς ἡ ἐφημερίδα ἔγραφε, ὅτι ἕνας ἄνθρωπος τελείωσε τὴ δουλειά του, πάει στὸ σπίτι καί, ἐνῷ ἦταν ἥσυχος, πιάνει ἕνα καυγᾶ μὲ τὴ γυναῖκα του· καὶ σὲ μιὰ στιγμή, καθὼς ἦταν ὠργισμένος καὶ θυμωμένος, παίρνει ἕνα μαχαίρι, τὴν καταδι­ώκει, ἐκείνη τρύπωσε μέσα στὸ μέρος, αὐτὸς σπάει τὴν πόρτα καὶ τὴν ἔσφαξε μὲ δεκαεφτὰ μαχαιριές! Τί ἦταν αὐτό; Δαιμόνιο· ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ. Γι᾽ αὐτὸ ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε νὰ προσ­ευχώμαστε «…ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονη­ροῦ» (Ματθ. 6,13), καὶ γι᾽ αὐτὸ ἕνας ψαλμὸς λέει· Σῶ­σε μας «ἀπὸ δαιμονίου μεσημβρινοῦ» (Ψαλμ. 90,6). Κάθε ἄν­θρωπος δέχεται πειρασμό. Λένε καὶ ψυχολόγοι, ὅτι καὶ ὁ πιὸ λογικὸς καὶ συνετὸς καὶ ἐπιστήμων ἔχει κάποτε «τὸ πεντάλεπτο τῆς τρέλλας» – ἔτσι τὸ λένε. Ὁ Θεὸς νὰ φυλάῃ· καὶ ὁ πιὸ ἐνάρετος καὶ ἅγιος, σὲ ἕνα πεντάλεπτο δαιμονισμοῦ, ἂν ἀμελήσῃ, μπορεῖ νὰ κάνῃ τὸ μεγαλύτερο ἔγκλημα. Ὑπάρχει λοι­πὸν τὸ δαιμόνιο τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ.
Ὑπάρχει τὸ δαιμόνιο τοῦ φθόνου, τῆς ζήλειας, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ χάνῃ τὸ χρῶ­­μα του καὶ νὰ κιτρινίζῃ ἀπ᾽ τὴ στενοχώρια γιὰ τὴν πρόοδο καὶ εὐτυχία τοῦ ἄλλου.
Ὑπάρχει τὸ δαιμόνιο τῆς ἀλαζονείας, ὅταν κάποιος νομίζει ὅτι εἶνε μεγάλος κ᾽ ἔχει ἀξία.
Ὑπάρχει τὸ δαιμόνιο τῆς φιλαργυρίας, ποὺ γιὰ τριάκοντα ἀργύρια προδίδει καὶ τὸ Χριστό.
Ὑπάρχει τὸ δαιμόνιο τῆς γαστριμαργίας. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἀρκεῖται στὸ κανονικὸ φαγητό, ἀλλὰ τρώει παραπάνω· ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ παραπάνω δὲν εἶνε δικό του, «εἶνε τῆς χήρας, τοῦ ὀρ­­φανοῦ», ἐκείνων ποὺ πεινοῦν καὶ δυστυχοῦν.
Τὸ χειρότερο δαιμόνιο στὴν ἐποχή μας εἶ­νε τὸ δαιμόνιο τοῦ σέξ. Βλέπεις ἄνθρωπο γέρο, μὲ παιδιὰ κ᾽ ἐγγόνια, κι ἀφήνει τὴ γυναῖκα του γιὰ νὰ πάρῃ ἄλλη, καὶ γίνεται γελοῖος.
Ποιός θὰ τὰ περιγράψῃ αὐτά; Βρέθηκε ἕνας σοφός, ὁ Ντοστογιέφσκυ. Ἐγὼ τὸν ὀνομάζω προφήτη τοῦ ῾Ρωσικοῦ λαοῦ, γιατὶ προέβλεψε τὰ δεινὰ ποὺ θὰ ἔρθουν στὸν κόσμο. Λέγεται ὅτι, ὅταν ἐπὶ τσαρικοῦ καθεστῶτος τὸν ἔστειλαν ἐξορία στὴ Σιβηρία, μιὰ γριούλα τοῦ ἔδωσε ἕνα Εὐαγγέλιο. Ἐκεῖ τὸ διάβασε, τὸ με­λέτησε· καὶ φωτίστηκε καὶ ἔγραψε τὰ σπουδαι­­ότατα συγγράμματά του, ὅπου ψάλλει τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς λοιπὸν μετα­ξὺ τῶν ἄλλων ἔγραψε κ᾽ ἕνα βιβλίο μὲ πεν­τα­κόσες σε­λίδες ποὺ ἐπιγράφεται Οἱ δαιμονισμένοι. Παίρ­νει τὴ σημερινὴ περικοπή, τὴ βάζει στὴν πρώτη σελίδα, καὶ μέσα περιγράφει περιπτώσεις δαιμονισμένων τῆς ἐπο­χῆς του ποὺ ἔβλεπε στὶς καλύβες, στὰ σπίτια, στὴν ὕπαιθρο καὶ τὶς πόλεις, στὰ σχολεῖα καὶ τὰ πανεπιστήμια καὶ τὶς ἀκαδημίες, στοὺς μικροὺς καὶ τοὺς τρανούς. Περιγράφει πῶς οἱ δαίμονες ταράζουν ὅλους.
Καὶ ἂν ὁ Ντοστογιέφσκυ ζοῦσε σήμερα, θὰ ἔγραφε δεύτερο βιβλίο· γιατὶ λιγώτερα ἦταν τὰ δαιμόνια τότε, ἐνῷ τώρα πολλαπλασιάστη­καν. Τὰ δαιμόνια περιγράφει καὶ τὸ μικρὸ ῥωσι­κὸ βι­βλίο Ὁ πνευματικὸς καθρέπτης· κυκλοφορεῖ μεταφρασμένο, συνιστῶ νὰ τὸ διαβάσετε. Εἴμαστε σὲ ἐποχὴ δαιμόνων.
Τί εἶνε λ.χ. τὰ μέντιουμ; ὄργανα ὑπὸ τὴν κατο­χὴ τοῦ δαίμονος· τοὺς ὑπαγορεύει λόγια καὶ τοὺς κατευθύνει τὸ πονηρὸ πνεῦ­μα· κ᾽ οἱ ἄνθρω­ποι, ποὺ τρέχουν σ᾽ αὐτοὺς νὰ μάθουν τὰ μυστι­κά τους, δέχονται τὴν ἐπήρεια τοῦ πονηροῦ.
Δαιμονιζόμενοι εἶνε οἱ ἀ­στρολόγοι· ὅλοι ὅ­σοι πιστεύουν στὰ ἄστρα καὶ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ζῴδια δέχονται τὴν ἐπήρεια τοῦ δαίμονος.
Δαιμονιζόμενοι εἶνε οἱ μάγοι· ὅποιος καταφεύγει σ᾽ αὐτούς, γιὰ πρόβλημα ὑγείας ἢ ἄλ­λο, σκλαβώ­νεται στὸν διάβολο. Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῆς περιφερείας μου ἕνας εὐλαβὴς παπᾶς ἔ­μαθε ὅτι ἀρρώστησε κάποιος· πάει στὸ σπίτι, χτυπάει τὴν πόρτα· καὶ δὲν τὸν δέχτηκαν, για­­τὶ μέσα εἶχαν τὸ μάγο. Δὲ σᾶς χρειαζόμαστε τώρα, τοῦ εἶπαν. Κ᾽ ὕστερα ἀπὸ τέσσερις μέ­­ρες ὁ ἄρρωστος πέθανε. Δὲν τὸν ἔσωσε ὁ μάγος, αὐτοὶ ὅμως ὑποτάχθηκαν στὸ δαίμονα.
Ἀλλὰ τὸ φοβερώτερο δαιμόνιο εἶνε τὸ δαιμόνιο τῆς βλαστήμιας. Ὁ σατανᾶς δὲν τολμά­ει νὰ βλαστημήσῃ ὁ ἴδιος. Εἴδατε σήμε­ρα τί λέει στὸ εὐαγγέλιο· «Μὴ μὲ βασανίσῃς» (Λουκ. 8,28). Ἔτρεμε μπρο­στὰ στὸ Χριστό, ποὺ εἶνε ὁ δυνατὸς τῶν δυνατῶν· τρέμει τὸν τίμιο σταυρό, «…φρίττει γὰρ καὶ τρέμει μὴ φέρων καθορᾶν αὐτοῦ (τοῦ σταυροῦ) τὴν δύναμιν» (Παρακλ., ἦχ. πλ. δ΄, Κυρ. αἶνοι). Ἀλλ᾽ ἐνῷ ὁ ἴδιος δὲν βλαστημάει, βάζει τὸν ἄν­­θρωπο νὰ τὸ κάνῃ. Καὶ ἐδῶ, ποὺ δὲν ἀκουγόταν οὔτε μιὰ βλαστήμια, τώρα μικροὶ – μεγάλοι βλαστη­μοῦν τὸ «ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλ. 2,9). Σημεῖο ἀντιχρίστου ἦταν ὁ Καζαντζάκης· αὐτὸς ὕβρισε τὸ Χριστὸ ὅσο κανένας ἄλλος.

* * *

Σταματῶ, ἀδελφοί μου· μοῦ ᾿ρχεται νὰ κλάψω. Ἂν δὲν ἀντιδράσουμε ὥστε νὰ παύσῃ αὐ­τὴ ἡ ἀσέβεια, ἐγὼ ἁμαρτωλός, ποὺ πιστεύω στὸ Χριστό, στὰ ἱερὰ εὐαγγέλια, στὶς προφητεῖ­ες τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, σᾶς προειδοποιῶ· θὰ γίνῃ κακὸ μεγάλο. Ὁ Θεὸς νὰ γίνῃ ἵλεως.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Εκκλησία, Ευαγγέλιο και ανθρώπινες δυνάμεις (†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος



Ο Απόστολος Παύλος, αγαπητοί μου αδελφοί, απευθυνόμενος στους Γαλάτες, αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε να κηρύττει το Ευαγγέλιο του Χριστού, αλλά και ποια είναι η προέλευσή Του. «Ουκ έστι κατά άνθρωπον το ευαγγέλιον» και «ου προσανέθετο σαρκί και αίματι» για να το προσφέρει στους εθνικούς (Γαλ.1, 11 και 16).

Παρότι, μάλιστα, έγινε ο Απόστολος των Εθνών, δύο αποστόλους γνώρισε αρχικά: τον Πέτρο και τον Ιάκωβο, τον αδελφόθεο. Επομένως, η γνώση του Ευαγγελίου δεν προήλθε από την μαθητεία του Παύλου κοντά στους Αποστόλους, αλλά από την αποκάλυψή του από τον ίδιο τον Κύριο. Οι άλλοι Απόστολοι είχαν γνωρίσει το Χριστό, τον ακολούθησαν, άκουσαν την διδασκαλία Του, είδαν τα θαύματά Του, έλαβαν τις επαγγελίες Του, τον είδαν Αναστημένο και να αναλαμβάνεται στους ουρανούς. Ο Παύλος, παρότι δεν γνώρισε τον Χριστό όταν ήταν στον κόσμο, είχε την εμπειρία της θεοπτίας κατά το ταξίδι του στη Δαμασκό και μετά το βάπτισμά του φαίνεται ότι είχε τέτοιες εμπειρίες κοινωνίας με το Χριστό, που τον έκαναν να φωτιστεί και να μπορέσει όχι μόνο να ζήσει ο ίδιος το Ευαγγέλιο, αλλά να το διδάξει και να το ερμηνεύσει στους ανθρώπους και να οδηγήσει στην πίστη τα έθνη.

Έχει ενδιαφέρον η ρήση του Παύλου ότι δεν στηρίχθηκε σε σάρκα και αίμα, σε ανθρώπινες, δηλαδή, δυνάμεις, για να διακηρύξει το Ευαγγέλιο. Η φράση αυτή μαρτυρεί και το γιατί η Εκκλησία παρέμεινε και παραμένει άτρωτη από τρία γεγονότα κατά την διάρκεια της επιγείου παρουσίας της και γιατί το Ευαγγέλιο παραμένει πάντοτε επίκαιρο, σε αντίθεση με διάφορες ανθρώπινες ιδέες και επινοήσεις, που ενίοτε στήριξαν πολιτισμούς, αλλά, τελικά, κατέρρευσαν, παρότι φαίνονταν άτρωτες. Το ίδιο και πρόσωπα, τα οποία, ενώ ήταν αξιόλογα ή άσκησαν μεγάλη επιρροή στους ανθρώπους, έφυγαν από το προσκήνιο στο πέρασμα του χρόνου, ξεχάστηκε η μνήμη τους και υπάρχουν μόνο στα βιβλία και διαβάζονται από τους ειδικούς, χωρίς να συγκινούν πέρα από το χρόνο.

Το πρώτο γεγονός είναι η ανθρώπινη κακία, σε συνδυασμό με το μένος του διαβόλου έναντι της Εκκλησίας και του Ευαγγελίου. Το Ευαγγέλιο ελέγχει τη ζωή μας. Δείχνει την αμαρτωλότητά μας. Μας καλεί σε μετάνοια. Μας ζητά να αλλάξουμε προσανατολισμό. Αυτή η στάση ζωής έρχεται σε αντίθεση με την κυριαρχία της κακίας στον κόσμο, όπως αυτή εκφράζεται μέσω του πνεύματος της εξουσίας, είτε σε ευρύτερο επίπεδο είτε σε καθημερινό. Οι μηχανισμοί της εξουσίας, με γνώμονα το συμφέρον, το κέρδος, την αποδοχή, την εκμετάλλευση του ανθρώπου, την φιλοδοξία και την φιλοπρωτία, αλλά και την φιληδονία, ελέγχονται από το ήθος της ταπεινής αγάπης, της διακονίας, της προσφοράς στον άλλο που αποτελεί την πεμπτουσία του ευαγγελικού μηνύματος. Και γι’ αυτό ουδέποτε αυτοί οι μηχανισμοί δεν μπόρεσαν να αποδεχτούν το Ευαγγέλιο. Μπορεί να το ανέχτηκαν, ίσως και να το ανέχονται, αλλά δεν αναπαύονται μέσα σ’ αυτό, διότι βλέπουν την φαυλότητα και την αδυναμία τους. Και γι’ αυτό έκαναν και κάνουν ό,τι μπορούν για να διώξουν την Εκκλησία, άμεσα και έμμεσα. Σ' αυτή την στάση παρωθεί και το δαιμονικό πνεύμα, το οποίο ζητεί να ρίξει τον άνθρωπο στον κρημνό μιας ζωής χωρίς Θεό. Παρ’ όλα αυτά, μηχανισμοί και διάβολος δεν μπόρεσαν να κατισχύσουν και να διαλύσουν την Εκκλησία.

Το δεύτερο γεγονός είναι η έλλειψη πίστης στην αιωνιότητα, καθώς η ανθρώπινη ύπαρξη δίδει μεγάλη σημασία στον ορθολογισμό και σ’ αυτό το οποίο

βλέπει δια των αισθήσεων. Το Ευαγγέλιο κηρύσσει κατεξοχήν την σχέση με τον Χριστό που οδηγεί τον άνθρωπο στην σωτηρία, δηλαδή στην αιώνια κοινωνία της αγάπης με τον αληθινό Θεό. Κηρύσσει την πίστη στην ψυχή ως δωρεά ζωής του Θεού και στην ανάσταση του σώματος, ώστε ο άνθρωπος, στην πληρότητά του, να χαίρεται «ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Για να μπορεί όμως ο άνθρωπος να ζήσει έτσι, χρειάζεται να αναγνωρίσει τον Χριστό ως τον Θεό της αγάπης και της αλήθειας και αυτή η αναγνώριση δε νοείται εκτός της κοινωνίας με τους αδελφούς μας, δηλαδή εκτός της Εκκλησίας.

Μια τέτοια αναγνώριση όμως έρχεται σε ρήξη με το ορθολογιστικό πνεύμα, το οποίο κάνει τον άνθρωπο να πιστεύει πως αληθινό είναι μόνο ό,τι προσεγγίζεται δια των αισθήσεων και επειδή ο θάνατος είναι το σταμάτημα της λειτουργίας των αισθήσεων και της δυνατότητας κοινωνίας που αυτές παρέχουν, δεν υπάρχει αιωνιότητα. Εξάλλου, η θεσμοποίηση της Εκκλησίας και η λειτουργία της για πολλούς ως θρησκείας, δηλαδή ως ενός μηχανισμού που παρηγορεί τον άνθρωπο για τον πόνο της αρρώστιας και του θανάτου, με σκοπό να επιβιώνουν οι λειτουργοί της και να διατηρείται η επιρροή της στις κοινωνίες, κάνει πολλούς να επιστρέφουν στην ερμηνεία και της Εκκλησίας με βάση τον μηχανισμό της εξουσίας, παραθεωρώντας ότι η αναγνώριση του Χριστού ως του Θεού της αγάπης και της αλήθειας δια της πίστεως, οδηγεί την ύπαρξη όχι απλώς σε υπέρβαση των θεσμικών λειτουργιών, αλλά και σε εσωτερικό αγιασμό-μεταμόρφωση της καρδιάς που την κάνει να βλέπει πέρα από τις αισθήσεις. Γι’ αυτό και η Εκκλησία, χωρίς να περιφρονεί τον ορθολογισμό και τη γνώση δι’ αυτού και των αισθήσεων, διακηρύσσει την πίστη στην δυναμική της σχέσης με τον Χριστό που προσφέρει στον άνθρωπο μιαν άλλη γνώση, την Θεογνωσία, που οδηγεί στην αιωνιότητα.

Το τρίτο γεγονός είναι ένα πνεύμα ελιτισμού που υπήρχε και υπάρχει στον κόσμο μας και που κάνει όσους νομίζουν ότι έχουν και κατέχουν να περιφρονούν το λαό. Το Ευαγγέλιο ήρθε να ανατρέψει την λογική του ελιτισμού. Την λογική της μόρφωσης. Του πλούτου. Της διανόησης. Της καθαρότητας και της τελειότητας. Της επιγείου σοφίας. Της αίσθησης ότι ο άνθρωπος μπορεί να βρει το δίκιο του μέσα από τα κατασκευάσματά του. Το Ευαγγέλιο ήρθε να δοκιμάσει τους πτωχούς τω πνεύματι. Τους πράους και ταπεινούς τη καρδία. Τους ειρηνοποιούς. Εκείνους που νιώθουν μέσα τους την ανάγκη της θυσίας και της προσφοράς. Τους ελεήμονας. Τους πεινώντας και διψώντας την δικαιοσύνη της αγάπης. Τους πενθούντας για τις αμαρτίες και τις αδικίες τόσο τις δικές τους όσο και του κόσμου. Τους διωγμένους, τους περιφρονημένους, τους περιθωριοποιημένους από την κάθε λογής ελίτ. Όλους εκείνους, που ανεξαρτήτως των προσόντων τους, έβαζαν και βάζουν την Βασιλεία των Ουρανών ως όραμα και στόχο της ζωής τους. Εκείνους που βρίσκουν στην Εκκλησία το αληθινό νόημα της κοινωνίας. Και που αφήνουν τη ζωή τους να μεταμορφώνεται σε ζωή αγιοπνευματική και κοντά τους κάνουν και άλλους να μπορούν να χαίρονται και να βρίσκουν στηρίγματα. Και αυτοί βρίσκονται συνήθως ανάμεσα στο λαό, προέρχονται από αυτόν και δεν κρύβονται ούτε περιφρονούν τους πολλούς, αλλά ανοίγονται με αγάπη προς αυτούς.

Η αντοχή του Ευαγγελίου και της Εκκλησίας δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα «σάρκας και αίματος», αλλά αποκάλυψης, έμπνευσης και στήριξης από τον Θεό στο πρόσωπο του Κυρίου Ιησού και στην κοινωνία μαζί Του. Ας βυσσοδομούν λοιπόν οι εχθροί της πίστης και της Εκκλησίας, παλαιότεροι και σύγχρονοι. Ας διατυπώνουν όσες κατηγορίες θέλουν. Και οι ίδιοι καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να αντισταθούν στον χείμαρρο της ζωής που δίνει το Ευαγγέλιο και γι’ αυτό ψάχνουν να βρούνε αδυναμίες στους εφαρμοστές του. Στην Εκκλησία ως θεσμό. Στους Επισκόπους και τους ιερείς. Στον καθημερινό πιστό. Όμως το Ευαγγέλιο θα παραμένει ο καθρέφτης εκείνος που θα τους κάνει να βλέπουν την κακία, τον ορθολογισμό και την αισθησιοκρατία τους, αλλά και το πνεύμα του ελιτισμού τους και θα ελέγχονται γιατί τελικά μισούν το φως. Και η Εκκλησία, στηριζόμενη στον Αρχηγό και Τελειωτή της πίστεώς μας, θα συνεχίσει να προσφέρει νόημα, ελπίδα και χαρά στον άνθρωπο, όσο κι αν οι περιστάσεις της ζωής δείχνουν δυσκολίες και θλίψεις. Αμήν!


Πώς θα προλαβαίνω να μη θυμώνω; Άγιος Παϊσιος

- Γέροντα, πώς θα ξεπεράσω τον θυμό;

- Σκοπός είναι να προλαβαίνης να μη φθάνης στον θυμό.

Και το γάλα, αν δεν προλάβης να το κατεβάσης από την φωτιά, μόλις φουσκώση, χύνεται.

- Πώς θα προλαβαίνω να μη θυμώνω;


- Χρειάζεται επαγρύπνηση . Να παρακολουθής τον εαυτό σου

και να συγκρατής τον θυμό σου, για να μη ριζώση μέσα σου το πάθος , γιατί μετά, και να θελήσης να το κόψης με το τσεκούρι, θα πετάη συνέχεια «λαίμαργα».

Να θυμάσαι αυτό που είπε ο Δαβίδ: «Ητοιμάσθην και ουκ εταράχθην».

Είδες εκείνος ο μοναχός τι έκανε; Μόλις έβγαινε από το κελί του, έκανε τον σταυρό του και έλεγε: «Θεέ μου, φύλαξέ με από τους πειρασμούς» και ήταν έτοιμος να αντιμετωπίση πειρασμό. Ήταν σαν να κρατούσε σκοπιά. Κοιτούσε από πού θα του έρθη ο πειρασμός, για να αμυνθή. Αν λοιπόν κάποιος αδελφός του φερόταν άσχημα, αυτός ήταν

έτοιμος και τον αντιμετώπιζε με πραότητα και με ταπείνωση. Έτσι να κάνης κι εσύ.

- Γέροντα, γιατί μερικές φορές σε έναν πειρασμό λέω από μέσα μου: «δεν θα μιλήσω»,

αλλά στο τέλος ξεσπάω.

- Τί θα πη ξεσπάς; Τα σπασμένα τί γίνονται μετά;

Καίγονται; Δεν έχεις, φαίνεται, πολλή υπομονή, γι' αυτό φθάνεις μέχρις ενός σημείου και ύστερα ξεσπάς. Χρειάζεσαι λίγη ακόμη ...;

Πριν μιλήσης, να λες δυο-τρεις φορές την ευχή, για να πάρης λίγο φως. Μια γυναίκα,

όταν θύμωνε, έλεγε το «Πιστεύω» και ύστερα μιλούσε.

Κοσμικοί άνθρωποι και βλέπεις τί αγώνα κάνουν!

- Γέροντα, όταν αντιδρώ με την συμπεριφορά μιας αδελφής, τί να κάνω;

- Να βλέπης την αδελφή με καλωσύνη. Να προσπαθής να την δικαιολογής με αγάπη. Αυτό

θα σε βοηθήση να αποκτήσης φυσιολογικά μια σταθερή, καλή πνευματική κατάσταση και όταν θα έρχεται το πάθος του θυμού, θα βρίσκη κατειλημμένη την θέση της καρδιάς σου από την αγάπηκαι δεν θα μπορή πλέον να σταθή θα φεύγη.

8χρονο μουγκό κοριτσάκι μίλησε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας Γοργοϋπηκόου



Νέο θαύμα της Παναγίας Γοργοϋπηκόου συγκλονίζει τις τελευταίες ημέρες και αφορά 8χρονο κοριτσάκι από τη Λάρισα.
Το περιστατικό συνέβη την περασμένη εβδομάδα στο γυναικείο μετόχι της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Αγίου Όρους την Ι.Μ. Θεοσκεπάστου Σοχού και μας το διηγήθηκε μοναχή της Μονής.



Συγκεκριμένα μία εβδομάδα κάθε χρόνο και συγκεκριμένα στις 6 Σεπτεμβρίου η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Γοργοϋπηκόου
μεταφέρεται από το Άγιον Όρος στο μοναστήρι του Σοχού όπου έχουν την ευκαιρία να την προσκυνήσουν όσοι δεν έχουν τη δυνατότητα να μεταβούν στο Δοχειάρι και κυρίως οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Χιλιάδες κόσμου από την Ελλάδα την Κύπρο και άλλες χώρες του εξωτερικού μεταβαίνουν στη μονή για να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας και να λάβουν την ευλογία του Καθηγουμένου της Αγιορείτικης Μονής του Δοχειαρίου Γέροντα Γρηγορίου.

Φέτος σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μοναχής Θέκλας της Μονής, ήρθε στο μοναστήρι μια κυρία από τη Λάρισα με το 8χρονο κοριτσάκι της. Συζητώντας με τις μοναχές ανέφερε με δάκρυα πως το πρόβλημά της ήταν η μικρή κόρη της η οποία ήταν μουγκή και ήλπιζε πως με την βοήθεια της Παναγίας θα ξαναβρεί την μιλιά της. »Είχα διαβάσει για το θαύμα που έγινε σε νεαρό Σκοπιανό τον περασμένο Δεκέμβριο ο οποίος μίλησε μετά από 18 χρόνια μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και θέλω να την παρακαλέσω να κάνει καλά το παιδί μου.
Οι μοναχές της συνέστησαν να πάει μπροστά στην θαυματουργή εικόνα, να γονατίσει και με πίστη να της ζητήσει θα θεραπεύσει το παιδί της. Τόσο απλά για τις μοναχές οι οποίες έχουν δει τα τόσα θαυμαστά να συμβαίνουν στο μοναστήρι. Εξάλλου και ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου ο οποίος είναι και ο πνευματικός πατέρας του μοναστηριού στο Σοχό το λέει χαρακτηριστικά σε όσους του αναφέρουν το πρόβλημά τους αφού τους ευλογήσει με το σημείο του Τιμίου Σταυρού. »Πήγαινε στην εικόνα της Παναγίας και πες της στο αυτί το πρόβλημα». Τόσο απλά.



Την ώρα λοιπόν που η μητέρα με το κορίτσι προσκυνούσαν τη θαυματουργή εικόνα αφού οδηγήθηκαν στο ναό, η μικρή κοιτάζοντας την Παναγία φώναξε για πρώτη φορά το όνομά της που είναι Ραφαηλία. Αμέσως όλοι έμειναν εμβρόντητοι και η μητέρα ξέσπασε σε λυγμούς. Το περιστατικό άρχισε να διαδίδεται γρήγορα από στόμα σε στόμα και έγινε γνωστό από φίλους της οικογένειας και προσκυνητές από άλλα μέρη της Ελλάδος.



Την επόμενη ημέρα η μητέρα με τη μικρή μετέβησαν και πάλι στην Ιερά Μονή όπου η μικρή πήγε στη μοναχή Θέκλα και έλεγε συνεχώς το όνομά της. Σε ερώτησή μας στη μοναχή αν έλεγε μόνο αυτό μας απάντησε ότι έλεγε τα πάντα απλά επειδή δεν είχε μιλήσει ποτέ μέχρι τότε κάποιες λέξεις τις μπέρδευε. Αυτό συνέβη και την τρίτη ημέρα που μετέβησαν στο μοναστήρι με τη μητέρα να μην μπορεί να σταματήσει από τους λυγμούς.
Μέσα στις επόμενες ημέρες η μητέρα της μικρής θα στείλει επώνυμη επιστολή η οποία και θα περιγράφει η ίδια το θαύμα στον Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντα Γρηγόριο.

«Μη κλαίε»(Λουκ. 7,13) Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου



Μην κλαίτε τους νεκρούς, κλάψτε τους ζωντανούς!



ΘΑ σᾶς πῶ ἁπλᾶ λόγια, καὶ θέλω νὰ προσέξετε.
Ἀκούσατε τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ μᾶς διηγεῖται ἕνα θαῦμα.
Ὁ Χριστὸς δὲν ἔκανε μόνο ἕνα θαῦμα. Ἔκανε μυριάδες θαύματα. Μετρᾷς τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης; μετρᾷς τὰ φύλλα τῶν δέντρων; μετρᾷς τὰ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ; Ἄλλο τόσο κι ἀκόμη πιὸ δύσκολο εἶνε νὰ μετρήσῃς τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ.
Δὲν εἶνε μόνο τὰ θαύματα ποὺ διηγεῖται τὸ Εὐαγγέλιο· αὐτὰ εἶνε τὰ λιγώτερα. Ὁ Χριστιανισμὸς εἶνε γεμᾶτος θαύματα. Ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ μας εἶνε αἰωνία· θαυματουργοῦσε, θαυματουργεῖ καὶ θὰ θαυματουργῇ. Ὁ «Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13,8).
Ἐγώ, ὕστερα ἀπὸ τόσα θαύματα ποὺ ἔγιναν στὸν κόσμο, ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι.


* * *


Τὸ θαῦμα ποὺ μᾶς διηγεῖται σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύματα.
Ὁ Χριστός, ὅταν ἦταν ἐδῶ στὴ γῆ, δὲν ἔμενε σ᾿ ἕνα μέρος. Πήγαινε σὲ διάφορες πόλεις καὶ χωριά, γιὰ νὰ διδάξῃ, γιὰ νὰ κάνῃ καλὰ τοὺς ἀρρώστους, προπαντὸς ὅμως γιὰ νὰ τοὺς δώσῃ κάτι ἀκόμα μεγαλύτερο.
Τὸ μεγαλύτερο δὲν εἶνε νὰ γίνῃς καλὰ καὶ νὰ ζήσῃς ὀγδόντα, ἐνενήντα, ἑκατὸ χρόνια. Τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅλα ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ ἄφεσις τῶν ἁμαρτιῶν. Ἀλλοίμονο στὸν ἄνθρωπο ποὺ θὰ πεθάνῃ χωρὶς ν᾿ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸ Χριστὸ ―μὲ τὸ στόμα τοῦ πνευματικοῦ― τὸ «Τέκνον, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι». Ἔχουμε ἕνα μεγάλο χρέος. Κάθε ἁμαρτία μας εἶνε ἕνα χρέος.


Γλέντησε, ἄνθρωπε, φάγε καὶ πιές. Θὰ πεθάνῃς μιὰ μέρα, κι ἀλλοίμονό σου ἂν πεθάνῃς μὲ ἀνεξόφλητο τὸ χρέος σου.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστὸς πήγαινε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό· γιὰ νὰ διδάξῃ, νὰ παρηγορήσῃ, νὰ θεραπεύσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσῃ τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν.
Ἔτσι περπατώντας ὁ Χριστὸς μὲ τοὺς δώδεκα μαθητάς του ἔφτασε ἔξω ἀπὸ τὴ Ναΐν. Ἐκεῖ εἶδε συγκεντρωμένο κόσμο πολύ.
Τί ἦταν, γάμος; Ὤ, ἂν ἦταν γάμος, θ᾿ ἀκούγονταν βιολιὰ καὶ χοροί. Τώρα ἀκούγονταν κλάματα φοβερά.
Ἦταν κηδεία ἑνὸς νέου ἀνθρώπου, ἑνὸς παλληκαριοῦ. Ἕνα λουλούδι, ποὺ δὲν ἄνοιξε ἀκόμη τὰ πέταλά του, ποὺ δὲν ἀπήλαυσε τὴ ζωή.
Δὲν εἶχε φτάσει στὰ εκοσί του χρόνια, καὶ τὸ παιδὶ αὐτὸ πέθανε. Νεκρὸ τώρα μέσα στὸ φέρετρο. Τὸ πῆραν στὰ χέρια καὶ τὸ ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸ χωριό, γιὰ νὰ τὸ θάψουν στὴ μαύρη γῆ. Ἐκεῖ συνάντησε ὁ Χριστὸς τὸ χάρο, τὸ θάνατο.
Πίσω ἀπ᾿ τὸ φέρετρο ἀκολουθοῦσε μιὰ μάνα δυστυχισμένη. Δὲν εἶχε ἕξι – ἑφτὰ παιδιά. Ἕνα τὸ εἶχε καὶ μονάκριβο. Κι αὐτὴ ἦταν χήρα. Πρὶν λίγα χρόνια ἔχασε τὸν ἄντρα της. Παρηγοριά της ἔμενε τὸ παιδί. Καὶ τώρα ἐκεῖνο πέθανε, κι αὐτὴ κλαίει σπαρακτικά.
Καὶ ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὅλος ἀγάπη, τί κάνει; Πλησιάζει τὸ φέρετρο, ποὺ τὸ κρατοῦν τέσσερις ἄντρες, καὶ λέει στὴ γυναῖκα· «Μὴν κλαῖς». Μὰ μπορεῖς σὲ μιὰ μάνα ποὺ ἔχει μπροστά της ἕνα φέρετρο νὰ πῇς, «Μὴν κλαῖς»; Εὔκολο νὰ τὸ πῇς. Ὅλοι τὸ λέμε. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς τὸ εἶπε μὲ ἔργο. Ποιό ἔργο; Ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες νὰ μαζευτοῦν, δὲν μποροῦν νὰ κάνουν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός. Τί ἔκανε;
Μὲ τὰ χέρια του τὰ παντοδύναμα ἄγγιξε τὸ νεκρὸ κορμί, ποὺ ἦταν μέσα στὸ φέρετρο. Καὶ μόλις τὸ ἄγγιξε, ἦρθε ἡ ζωή. Ἡ νεκρὴ καρδιὰ ἄρχισε νὰ χτυπάῃ. Τὰ μάτια ἄνοιξαν. Τὰ αὐτιὰ ἄρχισαν ν᾿ ἀκοῦνε. Τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια κινήθηκαν. Τινάχτηκε ὁλόκληρος.
Ὤ Θεέ μου! Ὅταν τὸ εἶδαν, ὅλοι στὴ συνοδεία φοβήθηκαν καὶ ἄρχισαν νὰ δοξάζουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ λένε· Τέτοιο πρᾶγμα δὲν ξανάδαμε· ὁ Θεὸς ἐπισκέφθηκε τὴ γῆ!
Φαντασθῆτε τώρα τὴ χήρα, πῶς θὰ ἔπεσε καὶ θὰ προσκύνησε τὸ Χριστὸ καὶ μὲ τί λόγια θὰ ἐξεδήλωνε τὴν εὐγνωμοσύνη της.


* * *


Αὐτὰ τὰ λόγια, ποὺ εἶπε στὴ χήρα ὁ Χριστός, «Μὴν κλαῖς», τὰ δια λέει καὶ σήμερα σ᾿ ἐμᾶς. Γιατὶ καὶ σήμερα κλαῖνε οἱ ἄνθρωποι, ὅπως καὶ στὴν ἀρχαία ἐποχή· καὶ θὰ κλαῖνε πάντοτε.
Καὶ ποιός δὲν κλαίει, ἀγαπητοί μου! Κλαίει ὁ πατέρας γιὰ τὸ παιδὶ ποὺ ἔχασε. Κλαίει ἡ μάνα γιὰ τὸ κορίτσι ποὺ ἔχασε. Κλαίει ὁ ἄντρας γιὰ τὴ γυναῖκα ποὺ ἔχασε νέα. Κλαῖνε οἱ γυναῖκες γιὰ τοὺς ἄντρες των. Κλαίει κόσμος καὶ κόσμος.
Δὲν ὑπάρχει σπίτι, ετε καλύβα ετε παλάτι, ποὺ νὰ μὴ χύνῃ δάκρυα. Μὲ δάκρυα γεννιέται ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ζωή του ὁλόκληρη εἶνε ἕνα κλάμα. Ἂν μπορούσαμε νὰ μαζέψουμε τὰ δάκρυα ποὺ χύνουν οἱ ἄνθρωποι, θὰ κάναμε μιὰ λίμνη, τὴν πιὸ μεγάλη λίμνη τοῦ κόσμου, μὲ μιὰ ἐπιγραφή· «Ἡ λίμνη τῶν δακρύων».
Ἀλλ᾿ ἀκούγεται ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ· «Μὴ κλαῖε» (Λουκ. 7,13).
―Νὰ μὴν κλαῖμε; Πῶς νὰ μὴν κλαῖμε;
Ἄχ, ἀδελφοί μου! Ἂν μποροῦσαν οἱ πεθαμένοι ποὺ βρίσκονται μέσα στὰ μνήματα νὰ μιλήσουν, ξέρετε τί θὰ μᾶς λέγανε; Μὴν κλαῖτε γιὰ ᾿μᾶς. Ἐμεῖς, ὅσοι πιστεύαμε στὸ Χριστό, ὅσοι τὸν λατρεύαμε ὅταν ἤμασταν στὴ γῆ, τώρα περνοῦμε πολὺ καλύτερα στὸν ἄλλο κόσμο.
―Μπά, ὑπάρχει ἄλλος κόσμος;
Ναί, ὑπάρχει ἄλλος κόσμος. Ὅσο εἶνε βέβαιο ὅτι αὔριο ξημερώνει Δευτέρα, ἄλλο τόσο νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει καὶ ἄλλος κόσμος.
Θὰ μᾶς λέγανε λοιπὸν οἱ νεκροί·
Μὴν κλαῖτε γιὰ ᾿μᾶς. Ἐμεῖς φύγαμε ἀπὸ τὴν καλύβα καὶ εμαστε στὰ παλάτια τ᾿ οὐρανοῦ. Εμαστε κοντὰ στοὺς ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους. Μὴν κλαῖτε γιὰ μᾶς. Νὰ χαίρεστε, γιατὶ εμαστε κοντὰ στὸ Χριστό, κοντὰ στοὺς ἁγίους, στὸν κόσμο τῶν πνευμάτων.
Νὰ κλαῖτε γιὰ σᾶς, ὄχι γιὰ τοὺς ἀποθαμένους. Τὰ δάκρυα, ποὺ χύνετε γιὰ τοὺς ἀποθαμένους, εἶνε χαμένα δάκρυα. Νὰ κλαῖτε γιὰ τοὺς ζωντανούς.
Ἐσεῖς οἱ γυναῖκες ποὺ εἶστε παντρεμένες, νὰ κλαῖτε ὄχι ὅταν ἀποθάνῃ ὁ ἄντρας σας, ἀλλὰ τώρα, ποὺ εἶνε ζωντανὸς μὰ δὲν πατάει στὴν ἐκκλησία.
Μοῦ ἔλεγε μιὰ γυναίκα·
―Πάω κάθε Κυριακὴ στὴν ἐκκλησία. Τό ᾿χω ὅμως καημὸ στὴν καρδιά μου. Ὁ ἄντρας μου ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ στεφανωθήκαμε ἔχει δεκαπέντε χρόνια νὰ πάῃ στὴν ἐκκλησία. Βλαστημάει, βρίζει, δὲν θέλει ν᾿ ἀκούσῃ γιὰ τὸ Θεό…
Γυναῖκες, ποὺ βλέπετε τοὺς ἄντρες σας νὰ σαπίζουν στὶς ταβέρνες καὶ νὰ ἔρχωνται μετὰ τὶς δώδεκα στὸ σπίτι· γυναῖκες, ποὺ βλέπετε τοὺς ἄντρες σας νὰ χαρτοπαίζουν, νὰ πίνουν καὶ νὰ βλαστημᾶνε τὸ Θεό· ἐσεῖς, γυναῖκες, κλαύσατε τοὺς ἄντρες σας.
Κ᾿ ἐσεῖς, οἱ ἄντρες, ἂν βλέπετε τὶς γυναῖκες σας νὰ φεύγουν ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ βαδίζουν μὲ τὰ θελήματα τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἁμαρτίας, κλαύσατέ τις τώρα ποὺ εἶνε ζωντανές, ὄχι ὅταν ἀποθάνουν.
Κ᾿ ἐσεῖς, οἱ πατεράδες καὶ μανάδες, κλαύσατε ὄχι γιὰ τὰ παιδιὰ ποὺ πέθαναν· αὐτὰ εἶνε ἀγγελούδια. Μὴν κλαῖτε τὰ μικρὰ παιδιά. Τὰ πῆρε ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά σας, γιὰ νὰ εἶνε μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους. Μακάρι κ᾿ ἐμεῖς νὰ πεθαίναμε μικρὰ παιδιά, γιὰ νὰ εμεθα τώρα μαζὶ μὲ τὸ Θεό. Κλαύσατε γιὰ τὴ νεότητα, γιὰ τὰ σημερινὰ παιδιά, ποὺ φύγανε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν πιστεύουν πιά. Τὰ σημερινὰ παιδιὰ κινδυνεύουν καὶ σωματικῶς καὶ ψυχικῶς.
Εἶδα ἕναν πατέρα ποὺ ἔκλαιγε μὲ λυγμούς.
―Τί ἔχεις καὶ κλαῖς; τὸν ἐρωτῶ.
―Ἔχασα τὸ παιδί μου, ἀπαντᾷ.
―Πέθανε τὸ παιδί σου;
―Ὄχι. Καλύτερα νὰ πέθαινε.
―Ζῇ τὸ παιδί σου καὶ κλαῖς;
―Κλαίω, γιατὶ πῆρε τὸν κακὸ τὸ δρόμο. Γυρίζει στὰ κέντρα. Ἔγινε ἀλήτης καὶ κακοποιός…
Θὰ σᾶς πῶ κάτι ἀκόμα καὶ τελειώνω.
Ὅλοι ἐμεῖς, ποὺ ζοῦμε στὸν εἰκοστὸ αἰῶνα, νὰ κλαύσωμε. Ὄχι τοὺς νεκρούς, ἀλλὰ τοὺς ζωντανούς. Τὰ δάκρυα στοὺς τάφους εἶνε μάταια. Ἀλλοῦ χρειάζονται δάκρυα. Κ᾿ ἐμεῖς οἱ κληρικοὶ καὶ οἱ καλόγεροι, ἂν φοροῦμε τὰ ῥάσα μαῦρα, τὰ φοροῦμε εἰς ἔνδειξιν πένθους, γιὰ νὰ κλαύσωμε τὶς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ μας.
Νὰ κλαύσωμε. Γιατὶ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Φτάνουν πιὰ οἱ ἁμαρτίες μας. Φτάνουν οἱ βλαστήμιες. Φτάνει ἡ ψευδορκία. Φτάνουν τὰ διαζύγια, ἡ μοιχεία καὶ ἡ πορνεία. Φτάνουν πιὰ ὅλα αὐτά. Διότι «ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τῆς ἀπειθείας» (Ἐφ. 5,6). Εδαμε ὣς τώρα δυὸ παγκοσμίους πολέμους. Ἔρχεται ὁ τρίτος, ὁ Ἁρμαγεδὼν τῆς Ἀποκαλύψεως (16,16). Αὐτὸς πιὰ θὰ εἶνε ὁ τελευταῖος πόλεμος.
Μανάδες ποὺ ἔχετε παιδιά, πατεράδες ποὺ ἔχετε νέους, κλαύσατε μὲ δάκρυα γιὰ νὰ σώσετε τὰ παιδιά σας. Κόσμε, ποὺ γλεντᾷς, μετανόησε καὶ κλαῦσε. Ἄλλαξε πορεία, γιὰ νὰ γίνῃ ἵλεως ὁ Θεὸς καὶ νὰ παρατείνῃ τὸ ἔλεός του.


† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν & Ἑορδαίας
Αὐγουστῖνος